Πλήρης προσομοίωση EN

Επίσημη τράπεζα · Μεσίτης ασφαλίσεων

Ερωτήσεις 1 έως 20

Σελίδα 1 από 31 της επίσημης τράπεζας ερωτήσεων, με τη σωστή απάντηση σε κάθε ερώτηση.

Ανεξάρτητη προετοιμασία. Δεν διενεργούμε εξετάσεις και δεν εκδίδουμε πιστοποιητικά. Αυτό το κάνει μόνο η Τράπεζα της Ελλάδος. Οι ερωτήσεις εδώ είναι οι δημοσιευμένες της ΤτΕ, αυτούσιες.

Η σωστή απάντηση είναι σημειωμένη. Το αρχείο της Τράπεζας της Ελλάδος τη δίνει, και εδώ φαίνεται όπως είναι. Για να θυμηθείτε χωρίς να βλέπετε την απάντηση, δοκιμάστε τις κάρτες μελέτης, ένα σύντομο τεστ ή την πλήρη προσομοίωση.

  1. 1

    Ερώτηση 1 της επίσημης τράπεζας

    Η ιδιωτική ασφάλιση λειτουργεί συμπληρωματικά προς την κοινωνική ασφάλιση, αυτό σημαίνει ότι:

    • α Η ιδιωτική ασφάλιση συμπληρώνει την κοινωνική ασφάλιση, καλύπτοντας προσωπικούς κινδύνους με ασφαλιστικά προγράμματα υγείας, συνταξιοδοτικά, ατυχημάτων, είτε ατομικά είτε ομαδικά.
    • β Η κοινωνική ασφάλιση στηρίζεται στην ιδιωτική ασφάλιση για να καλύψει όλο το φάσμα των κινδύνων που απειλούν μια σύγχρονη κοινωνία.
    • γ Η ιδιωτική και η κοινωνική ασφάλιση καλύπτουν εντελώς διαφορετικούς κινδύνους.
    • δ Στις σύγχρονες συνθήκες της παγκοσμιοποίησης και του ανταγωνισμού η κοινωνική ασφάλιση δυσκολεύεται να ανταποκριθεί. Έτσι μέσω της ιδιωτικής ασφάλισης καταφέρνει να ανταποκριθεί στις σύγχρονες απαιτήσεις.

    Γιατί

    Η ιδιωτική ασφάλιση συμπληρώνει την κοινωνική στους ίδιους κινδύνους: υγεία, σύνταξη, ατύχημα, ατομικά ή ομαδικά. Δεν καλύπτει άλλους κινδύνους ούτε στηρίζει η μία την άλλη οικονομικά.

  2. 2

    Ερώτηση 2 της επίσημης τράπεζας

    Ο λήπτης της ασφάλισης αποκαλείται και (1) __________ και ασφαλισμένος είναι το πρόσωπο το οποίο (2) __________ :

    • α (1) δικαιούχος, (2) πληρώνει τα ασφάλιστρα.
    • β (1) ασφαλιστής, (2) αποκτά κληρονομικό δικαίωμα στην αποζημίωση.
    • γ (1) αντισυμβαλλόμενος, (2) πλήττεται από την πραγματοποίηση του ασφαλισμένου κινδύνου.
    • δ (1) ασφαλισμένος, (2) συνάπτει την ασφάλιση.

    Γιατί

    Ο λήπτης της ασφάλισης είναι ο αντισυμβαλλόμενος, δηλαδή αυτός που συνάπτει τη σύμβαση και οφείλει το ασφάλιστρο. Ασφαλισμένος είναι εκείνος που πλήττεται από την επέλευση του κινδύνου, και τα δύο πρόσωπα συχνά συμπίπτουν χωρίς να ταυτίζονται.

  3. 3

    Ερώτηση 3 της επίσημης τράπεζας

    Ποιος από τους παρακάτω ΔΕΝ είναι συμβαλλόμενο μέρος στην ασφαλιστική σύμβαση;

    • α Ο ασφαλιστής.
    • β Ο αντασφαλιστής.
    • γ Ο αντισυμβαλλόμενος.
    • δ Ο ασφαλισμένος.

    Γιατί

    Συμβαλλόμενοι στην ασφαλιστική σύμβαση είναι ο ασφαλιστής και ο αντισυμβαλλόμενος, ενώ ο ασφαλισμένος έχει δικαιώματα από αυτήν. Ο αντασφαλιστής είναι εκτός: η αντασφάλιση είναι χωριστή σύμβαση, μεταξύ ασφαλιστή και αντασφαλιστή.

  4. 4

    Ερώτηση 4 της επίσημης τράπεζας

    Πώς ονομάζεται το τυχόν ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή (1) __________ και τι είναι ο δικαιούχος (2) __________ ;

    • α (1) Κίνδυνος, (2) Αυτός που πλήττεται από την πραγματοποίηση του ασφαλισμένου κινδύνου.
    • β (1) Ασφαλιστικό ποσό, (2) το πρόσωπο που έχει το δικαίωμα να εισπράξει το ασφάλισμα.
    • γ (1) Ασφάλιστρο, (2) Ο κάτοχος του συμβολαίου.
    • δ (1) Ασφάλισμα, (2) Ο ασφαλισμένος.

    Γιατί

    Ασφαλιστικό ποσό είναι το ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή, όπως γράφεται στο ασφαλιστήριο. Δικαιούχος είναι το πρόσωπο που έχει δικαίωμα να εισπράξει το ασφάλισμα, και μπορεί να είναι άλλος από τον ασφαλισμένο.

  5. 5

    Ερώτηση 5 της επίσημης τράπεζας

    Ενοικιαστής ασφαλίζει το σπίτι υπέρ του ιδιοκτήτη. Ο ενοικιαστής είναι ο (1) __________ και ο ιδιοκτήτης είναι ο (2) __________ :

    • α (1) δικαιούχος, (2) ασφαλισμένος.
    • β (1) ασφαλισμένος, (2) καλυπτόμενος.
    • γ (1) λήπτης της ασφάλισης, (2) ασφαλισμένος.
    • δ (1) ασφαλισμένος, (2) λήπτης της ασφάλισης.

    Γιατί

    Ο ενοικιαστής συνάπτει τη σύμβαση, άρα είναι ο λήπτης της ασφάλισης. Ο ιδιοκτήτης είναι εκείνος που πλήττεται αν καεί το σπίτι, άρα ο ασφαλισμένος. Είναι η τυπική ασφάλιση για λογαριασμό άλλου.

  6. 6

    Ερώτηση 6 της επίσημης τράπεζας

    Ασφαλιστικό συμφέρον με τη στενή έννοια είναι (1) __________ και η έλλειψή του στην ασφάλιση κατά ζημιών καθιστά (2) __________ :

    • α (1) το συμφέρον του ασφαλισμένου στη συνέχιση της ασφάλισης, (2) την ασφάλιση άκυρη ως προς τους συμπληρωματικούς κινδύνους που καλύπτει.
    • β (1) το συμφέρον των ασφαλισμένων από το καλό επίπεδο γνώσης των διαμεσολαβούντων, (2) απαλλάσσει τον ασφαλισμένο από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίστρου.
    • γ (1) η οικονομική σχέση που συνδέει ένα πρόσωπο με ένα αγαθό, (2) την ασφάλιση άκυρη στο σύνολό της.
    • δ (1) το συμφέρον των ασφαλισμένων από την καλή λειτουργία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, (2) την ασφάλιση άκυρη ως προς το μέρος της κύριας/βασικής κάλυψης.

    Γιατί

    Ασφαλιστικό συμφέρον με τη στενή έννοια είναι η οικονομική σχέση προσώπου και αγαθού. Η έλλειψή του καθιστά την ασφάλιση κατά ζημιών άκυρη στο σύνολό της, γιατί χωρίς σχέση δεν υπάρχει ζημιά να αποκατασταθεί.

  7. 7

    Ερώτηση 7 της επίσημης τράπεζας

    Εκείνος που έχει το ασφαλιστικό συμφέρον του ασφαλιζόμενου έναντι ζημιών πράγματος είναι …

    • α όποιος έχει δικαίωμα κυριότητας σε αυτό και μόνον.
    • β όποιος προσδοκά να το κληρονομήσει.
    • γ όποιος έχει δικαίωμα κυριότητας ή ενέχυρου ή υποθήκης ή κατοχής.
    • δ ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής.

    Γιατί

    Το ασφαλιστικό συμφέρον γεννιέται από κάθε οικονομική σχέση με το πράγμα: κυριότητα, ενέχυρο, υποθήκη, κατοχή. Η προσδοκία κληρονομιάς δεν είναι σχέση αλλά ελπίδα.

  8. 8

    Ερώτηση 8 της επίσημης τράπεζας

    Με τον όρο "ασφάλισμα" εννοούμε (1) __________, ενώ (2) __________ είναι το χρηματικό ποσό που υποχρεούται να καταβάλει ο λήπτης της ασφάλισης στον ασφαλιστή ως αντάλλαγμα για την παροχή προς αυτόν ασφαλιστικής προστασίας:

    • α (1) την ασφαλιστική σύμβαση, (2) ασφαλιστικό ποσό.
    • β (1) τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο, (2) ασφαλιζόμενο κεφάλαιο.
    • γ (1) τα χρήματα που πληρώνει ο πελάτης για να διατηρεί το συμβόλαιό του σε ισχύ, (2) ασφάλισμα.
    • δ (1) την παροχή στην οποία υποχρεούται ο ασφαλιστής όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση, (2) ασφάλιστρο.

    Γιατί

    Ασφάλισμα είναι η παροχή του ασφαλιστή όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση. Ασφάλιστρο είναι το αντάλλαγμα που πληρώνει ο λήπτης για την προστασία. Οι δύο λέξεις μοιάζουν και μπερδεύονται συχνά.

  9. 9

    Ερώτηση 9 της επίσημης τράπεζας

    Προϋπόθεση για την έναρξη ασφαλιστικής κάλυψης, σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 2496/1997, είναι:

    • α η καταβολή του εφάπαξ ασφαλίστρου ή της πρώτης δόσης τμηματικής καταβολής.
    • β η αποδοχή των όρων της ασφάλισης από τον λήπτη της ασφάλισης.
    • γ η συμφωνία μεταξύ των δύο μερών.
    • δ η υπογραφή της αίτησης.

    Γιατί

    Η κάλυψη αρχίζει με την καταβολή του εφάπαξ ασφαλίστρου ή της πρώτης δόσης. Η υπογραφή και η συμφωνία δεν αρκούν: ο νόμος συνδέει ρητά την έναρξη με την πληρωμή.

  10. 10

    Ερώτηση 10 της επίσημης τράπεζας

    Σε περίπτωση καθυστέρησης εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου στην καταβολή ληξιπρόθεσμης δόσης ασφαλίστρων, η καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης εκ μέρους του ασφαλιστή γίνεται ως εξής:

    • α Γραπτή δήλωση με την οποία γνωστοποιείται στον λήπτη της ασφάλισης ότι περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής ασφαλίστρου θα επιφέρει, μετά την πάροδο 15 ημερών από την κοινοποίηση της δήλωσης, τη λήξη της ασφάλισης.
    • β Τηλεφωνική επικοινωνία.
    • γ Γραπτή δήλωση με την οποία γνωστοποιείται στον λήπτη της ασφάλισης ότι περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής ασφαλίστρου θα επιφέρει την άμεση λήξη της ασφάλισης.
    • δ Γραπτή δήλωση με την οποία γνωστοποιείται στον λήπτη της ασφάλισης ότι περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής ασφαλίστρου θα επιφέρει, μετά την πάροδο 1 μηνός από την κοινοποίηση της δήλωσης, τη λήξη της ασφάλισης.

    Γιατί

    Η καταγγελία για ληξιπρόθεσμη δόση γίνεται γραπτά και παράγει αποτέλεσμα έναν μήνα μετά την κοινοποίηση. Ο μήνας υπάρχει για να προλάβει ο λήπτης να πληρώσει και να μη μείνει ακάλυπτος από παράλειψη.

  11. 11

    Ερώτηση 11 της επίσημης τράπεζας

    Η ασφαλιστική σύμβαση δημιουργεί υποχρεώσεις:

    • α Στον λήπτη της ασφάλισης, για καταβολή ασφαλίστρου.
    • β Στην ασφαλιστική επιχείρηση, για καταβολή αποζημίωσης, και στον λήπτη της ασφάλισης, για καταβολή ασφαλίστρου.
    • γ Ούτε στην ασφαλιστική επιχείρηση για καταβολή αποζημίωσης, ούτε στον λήπτη της ασφάλισης για καταβολή ασφαλίστρου.
    • δ Στην ασφαλιστική επιχείρηση, για καταβολή αποζημίωσης.

    Γιατί

    Η ασφαλιστική σύμβαση είναι αμφοτεροβαρής: ο ασφαλιστής οφείλει την παροχή όταν επέλθει ο κίνδυνος, ο λήπτης οφείλει το ασφάλιστρο. Οι δύο υποχρεώσεις στέκουν μαζί.

  12. 12

    Ερώτηση 12 της επίσημης τράπεζας

    Στα ουσιώδη ή συστατικά στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης περιλαμβάνονται:

    • α Τα προσωπικά στοιχεία του αιτιώμενου.
    • β Η απόδειξη παράδοσης/παραλαβής του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.
    • γ Τα έντυπα εναντίωσης ή/και υπαναχώρησης.
    • δ H διάρκεια της ασφάλισης, το ασφάλιστρο και το εφαρμοστέο δίκαιο.

    Γιατί

    Ουσιώδη στοιχεία είναι η διάρκεια, το ασφάλιστρο και το εφαρμοστέο δίκαιο, μαζί με τον κίνδυνο και το ασφαλιστικό ποσό. Τα έντυπα εναντίωσης και οι αποδείξεις παράδοσης είναι διαδικασία, όχι συστατικά στοιχεία.

  13. 13

    Ερώτηση 13 της επίσημης τράπεζας

    Ποιος είναι ο ρόλος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και γιατί υποχρεούται η ασφαλιστική επιχείρηση να παραδίδει στον ασφαλισμένο το ασφαλιστήριο συμβόλαιο;

    • α Σε αυτό στηρίζεται ο αναλογιστής για τον υπολογισμό των αποθεμάτων.
    • β Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο αποδεικνύει την ύπαρξη και τους όρους της σύμβασης, που υπάρχει ανεξάρτητα από τη γραπτή της αποτύπωση (αποδεικτικός χαρακτήρας) και η ασφαλιστική επιχείρηση υποχρεούται να το παραδίδει στον ασφαλισμένο προκειμένου ο τελευταίος να μπορεί να αποδείξει, αν χρειαστεί, την ύπαρξη και τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης.
    • γ Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο έχει και συστατικό, και αποδεικτικό χαρακτήρα και αν δεν παραδοθεί δεν μπορεί να αναγγείλει νόμιμα ο ασφαλισμένος την επέλευση της ζημίας.
    • δ Αν δεν υπάρχει το έντυπο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, δεν έχει συναφθεί η σύμβαση (συστατικός χαρακτήρας) και αν δεν παραδοθεί, δεν ξεκινάει η κάλυψη από την ασφαλιστική επιχείρηση.

    Γιατί

    Το ασφαλιστήριο έχει αποδεικτικό και όχι συστατικό χαρακτήρα: η σύμβαση υπάρχει και χωρίς αυτό. Παραδίδεται ώστε ο ασφαλισμένος να μπορεί να αποδείξει την ύπαρξη και τους όρους της.

  14. 14

    Ερώτηση 14 της επίσημης τράπεζας

    Γιατί η ασφαλιστική σύμβαση χαρακτηρίζεται ως σύμβαση προσχώρησης;

    • α Γιατί οι γενικοί όροι συναλλαγών δεν έχουν τη δυνατότητα τροποποίησης.
    • β Γιατί ο πελάτης έχει δικαίωμα εναντίωσης.
    • γ Γιατί τα ποσά αποζημίωσης είναι προσυμφωνημένα.
    • δ Γιατί ο πελάτης έχει τη δυνατότητα να αλλάξει τις καλύψεις και τους όρους (γενικούς και ειδικούς) του συμβολαίου.

    Γιατί

    Σύμβαση προσχώρησης σημαίνει ότι οι γενικοί όροι δεν διαπραγματεύονται: ο πελάτης προσχωρεί σε ένα έτοιμο κείμενο. Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο ο νόμος επιβάλλει διαφάνεια των όρων και έλεγχο των καταχρηστικών.

  15. 15

    Ερώτηση 15 της επίσημης τράπεζας

    Οι ειδικοί όροι ενός ασφαλιστηρίου συμβολαίου:

    • α Έχουν ιδιαίτερη σημασία σε ένα συμβόλαιο, αλλά σε κάθε περίπτωση υπερισχύουν οι γενικοί όροι.
    • β Τροποποιούν ή συμπληρώνουν τους γενικούς όρους και υπερισχύουν αυτών.
    • γ Έχουν την ίδια βαρύτητα με τους γενικούς όρους.
    • δ Δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία, γιατί υπερισχύουν οι γενικοί όροι.

    Γιατί

    Οι ειδικοί όροι τροποποιούν ή συμπληρώνουν τους γενικούς και υπερισχύουν αυτών. Η λογική είναι ότι το ειδικό εκφράζει τη συγκεκριμένη συμφωνία των μερών, ενώ το γενικό ισχύει για όλους.

  16. 16

    Ερώτηση 16 της επίσημης τράπεζας

    Τι είναι η Πρόσθετη Πράξη και τι ισχύει όταν εκδίδεται;

    • α Είναι η αύξηση των ασφαλισμένων ποσών, δεν αποτελεί συνέχεια του κύριου ασφαλιστηρίου και είναι ανεξάρτητη.
    • β Είναι η προσθήκη και άλλου μέλους της οικογένειας σε ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο και αφορά, κυρίως, στην ανανέωση του κύριου ασφαλιστηρίου.
    • γ Είναι η οποιαδήποτε συμφωνία τροποποίησης της ασφαλιστικής κάλυψης ή των όρων της ασφάλισης και όταν εκδίδεται αποτελεί τμήμα του κύριου ασφαλιστηρίου.
    • δ Είναι η αίτηση του συμβαλλομένου για μεγαλύτερη κάλυψη η οποία, κατά την έκδοσή της, ακυρώνει την ισχύ του κύριου ασφαλιστηρίου.

    Γιατί

    Πρόσθετη πράξη είναι κάθε συμφωνία που τροποποιεί την κάλυψη ή τους όρους, και αποτελεί τμήμα του κύριου ασφαλιστηρίου. Δεν το ακυρώνει και δεν στέκει μόνη της.

  17. 17

    Ερώτηση 17 της επίσημης τράπεζας

    Τα ασφαλιστικά βάρη είναι:

    • α Οι υποχρεώσεις της ασφαλιστικής επιχείρησης απέναντι στον ασφαλισμένο.
    • β Οι υποχρεώσεις του ασφαλισμένου και του λήπτη της ασφάλισης απέναντι στην ασφαλιστική επιχείρηση.
    • γ Η καταβολή του ασφαλίσματος στον δικαιούχο από την ασφαλιστική επιχείρηση.
    • δ Τα γενικά έξοδα μιας ασφαλιστικής επιχείρησης.

    Γιατί

    Ασφαλιστικά βάρη είναι οι υποχρεώσεις του λήπτη και του ασφαλισμένου προς την εταιρεία: περιγραφή του κινδύνου, δήλωση επίτασης, αναγγελία ζημιάς, μέτρα περιορισμού. Η παράβασή τους έχει συνέπειες στην κάλυψη.

  18. 18

    Ερώτηση 18 της επίσημης τράπεζας

    Αν από δόλο γίνει κακή περιγραφή κινδύνου εκ μέρους του λήπτη της ασφάλισης, ο ασφαλιστής τι δικαίωμα έχει;

    • α Να καταγγείλει τη σύμβαση εντός μηνός και, αν στο μεταξύ επέλθει κίνδυνος, απαλλάσσεται της υποχρέωσης να αποζημιώσει.
    • β Να ζητήσει την κατάλληλη τροποποίηση της σύμβασης αλλά, αν στο μεταξύ επέλθει κίνδυνος, υποχρεούται να αποζημιώσει.
    • γ Να ζητήσει την κατάλληλη τροποποίηση της σύμβασης και, αν στο μεταξύ επέλθει κίνδυνος, απαλλάσσεται της υποχρέωσης να αποζημιώσει.
    • δ Να καταγγείλει τη σύμβαση εντός μηνός αλλά, αν στο μεταξύ επέλθει κίνδυνος, υποχρεούται να αποζημιώσει.

    Γιατί

    Στον δόλο ο ασφαλιστής καταγγέλλει μέσα σε έναν μήνα και απαλλάσσεται από την υποχρέωση αποζημίωσης αν ο κίνδυνος επέλθει στο μεταξύ. Ο δόλος αντιμετωπίζεται αυστηρότερα από την αμέλεια, όπου υπάρχει και ο δρόμος της τροποποίησης.

  19. 19

    Ερώτηση 19 της επίσημης τράπεζας

    Κατά τη διάρκεια της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης πρέπει να δηλώσει κάθε στοιχείο ή περιστατικό που μπορεί να επιφέρει επίταση του κινδύνου, από τη στιγμή που έλαβε γνώση γι' αυτό, εντός …

    • α 30 ημερών.
    • β 8 ημερών.
    • γ 14 ημερών.
    • δ 10 ημερών.

    Γιατί

    Η επίταση του κινδύνου δηλώνεται μέσα σε δεκατέσσερις ημέρες από τότε που έγινε γνωστή. Η προθεσμία είναι σύντομη γιατί ο ασφαλιστής πρέπει να αποφασίσει αν κρατά τον κίνδυνο και με ποιο ασφάλιστρο.

  20. 20

    Ερώτηση 20 της επίσημης τράπεζας

    Τι θεωρείται ως σύμφωνη με τον νόμο περιγραφή του κινδύνου όταν ο ασφαλιστής θέτει γραπτές ερωτήσεις στον λήπτη της ασφάλισης πριν από τη σύναψη της σύμβασης;

    • α Να δηλώσει ο λήπτης της ασφάλισης στον ασφαλιστή κάθε περιστατικό ή στοιχείο αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου.
    • β Να απαντήσει ο λήπτης της ασφάλισης στον ασφαλιστή σε όσα περιλαμβάνονται στο ερωτηματολόγιο του ασφαλιστή.
    • γ Να δηλώσει ο λήπτης της ασφάλισης στον ασφαλιστή κάθε περιστατικό ή στοιχείο αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου και να απαντήσει ο λήπτης της ασφάλισης στον ασφαλιστή σε όσα περιλαμβάνονται στο ερωτηματολόγιο του ασφαλιστή.
    • δ Ο νόμος δεν προέβλεψε αυτήν την περίπτωση.

    Γιατί

    Όταν υπάρχει ερωτηματολόγιο, αρκεί ο λήπτης να απαντήσει σε όσα ερωτώνται. Ο ασφαλιστής επέλεξε τι θεωρεί ουσιώδες και δεν μπορεί μετά να καταλογίσει σιωπή για κάτι που δεν ρώτησε.