-
Ένα ομόλογο θεωρείται ότι αποκτάται σε τιμή υπό το άρτιο όταν:
- α Το επιτόκιο που καταβάλλεται στον επενδυτή είναι μικρότερο από το αντίστοιχο της διατραπεζικής αγοράς.
- β Η ονομαστική τιμή είναι υψηλότερη από αυτήν που καταβάλλει ο επενδυτής κατά την αγορά του.
- γ Το επιτόκιο που καταβάλλεται στον επενδυτή είναι μεγαλύτερο από το αντίστοιχο της διατραπεζικής αγοράς.
- δ Η ονομαστική αξία είναι χαμηλότερη από αυτήν που καταβάλλει ο επενδυτής κατά την αγορά του.
Γιατί
Υπό το άρτιο σημαίνει τιμή αγοράς χαμηλότερη από την ονομαστική. Το κέρδος του επενδυτή περιλαμβάνει και αυτή τη διαφορά.
-
Έστω ένα ομόλογο με τοκομερίδιο 10% και με απόδοση στη λήξη 8%. Αν η απόδοση στη λήξη του ομολόγου παραμένει σταθερή, πώς θα είναι η τιμή του ομολόγου μετά από 1 χρόνο;
- α Αμετάβλητη.
- β Υψηλότερη.
- γ Μικρότερη.
- δ Καμία από τις απαντήσεις δεν είναι σωστή.
Γιατί
Κουπόνι δέκα τοις εκατό με απόδοση οκτώ τοις εκατό σημαίνει τιμή πάνω από το άρτιο. Όσο πλησιάζει η λήξη, η τιμή κατεβαίνει προς την ονομαστική αξία, άρα μετά από έναν χρόνο είναι μικρότερη.
-
Το ασφάλιστρο κινδύνου (risk premium) μιας μετοχής:
- α Είναι το άθροισμα κεφαλαιακού κέρδους της μετοχής και μερισματικής απόδοσης της μετοχής.
- β Είναι η διαφορά μεταξύ απαιτούμενης απόδοσης της μετοχής και της απόδοσης ενός διαφοροποιημένου χαρτοφυλακίου.
- γ Είναι η διαφορά μεταξύ κεφαλαιακού κέρδους της μετοχής και μερισματικής απόδοσης της μετοχής.
- δ Είναι η διαφορά μεταξύ απαιτούμενης απόδοσης της μετοχής και της απόδοσης στοιχείου χωρίς κίνδυνο.
Γιατί
Το ασφάλιστρο κινδύνου μιας μετοχής είναι η απαιτούμενη απόδοσή της μείον την απόδοση του στοιχείου χωρίς κίνδυνο. Είναι η ανταμοιβή για τον κίνδυνο.
-
Ο συντελεστής/δείκτης β (beta) μιας μετοχής μπορεί να περιγραφεί ως μέγεθος μέτρησης:
- α Του συνδυασμού του επιχειρηματικού κινδύνου, κινδύνου ρευστότητας και του λειτουργικού κινδύνου μετοχής.
- β Της ευαισθησίας της απόδοσης της μετοχής σε σχέση προς την απόδοση της αγοράς.
- γ Της ευαισθησίας της απόδοσης της μετοχής σε σχέση προς τη μεταβολή του επιτοκίου.
- δ Της απόδοσης που προκύπτει από την επένδυση στη μετοχή σε σχέση προς τον κίνδυνο της απόδοσής της.
Γιατί
Ο συντελεστής βήτα μετρά πόσο κινείται η απόδοση της μετοχής όταν κινείται η απόδοση της αγοράς. Είναι σχετικό μέγεθος, όχι απόλυτο.
-
Η συναλλαγματική ισοτιμία του δολαρίου Η.Π.Α. ως προς το ευρώ στο Λονδίνο είναι €/$ 1,2585, ενώ η συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ ως προς το δολάριο στη Νέα Υόρκη είναι $/€ 0,8945. Υπάρχει η δυνατότητα arbitrage μεταξύ των δύο αγορών;
- α Εξαρτάται από τον βαθμό αποτελεσματικότητας της αγγλικής και της αμερικανικής κεφαλαιαγοράς.
- β Δεν υπάρχει.
- γ Δεν υπάρχουν αρκετές πληροφορίες για να δοθεί απάντηση.
- δ Ναι, υπάρχει.
Γιατί
Στο Λονδίνο το ευρώ δίνει 1,2585 δολάρια, άρα το δολάριο αξίζει 0,7946 ευρώ. Στη Νέα Υόρκη το δολάριο δίνει 0,8945 ευρώ. Οι δύο τιμές διαφέρουν, άρα υπάρχει περιθώριο arbitrage.
-
Ποια είναι η προσδοκώμενη απόδοση επένδυσης με συντελεστή/δείκτη β (beta ) ίσο με το μηδέν:
- α Η απόδοση του επιτοκίου χωρίς κίνδυνο.
- β Η μηδενική απόδοση.
- γ Η αρνητική απόδοση.
- δ Η απόδοσης της αγοράς.
Γιατί
Βήτα μηδέν σημαίνει καμία ευαισθησία στην αγορά. Η αναμενόμενη απόδοση είναι εκείνη του στοιχείου χωρίς κίνδυνο.
-
Το μέσο σταθμικό κόστος κεφαλαίου μιας εταιρείας ορίζεται ως…
- α Η απόδοση που απαιτούν οι τράπεζες για τη χορήγηση κεφαλαίων προς την εταιρεία.
- β Η μέση απόδοση που απαιτούν οι μέτοχοι και οι ομολογιούχοι, για να χρηματοδοτήσουν τις επενδύσεις της εταιρείας.
- γ Η ελάχιστη απόδοση που πρέπει να επιτύχουν τα επενδυμένα κεφάλαια της εταιρείας, για να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις των μετόχων και των ομολογιούχων.
- δ Η απόδοση που απαιτούν οι μέτοχοι ως ανταμοιβή για τη χρησιμοποίηση των κεφαλαίων τους από την εταιρεία.
Γιατί
Το μέσο σταθμικό κόστος κεφαλαίου είναι η ελάχιστη απόδοση που πρέπει να βγάλουν τα επενδυμένα κεφάλαια, ώστε να ικανοποιηθούν μέτοχοι και ομολογιούχοι μαζί.
-
Ποια από τα παρακάτω είναι πλεονεκτήματα της καθαράς παρούσας αξίας (Κ.Π.Α.);
- α Ικανοποιεί την αρχή της προστιθέμενης αξίας.
- β Οι χρηματοροές προεξοφλούνται με το κατάλληλο, καθορισμένο από την αγορά κόστος ευκαιρίας του κεφαλαίου προκειμένου οι παρούσες αξίες των χρηματοροών να προσδιοριστούν με ακρίβεια.
- γ Άμεση σύνδεση μεταξύ του πλούτου των μετόχων και της Κ.Π.Α.
- δ Όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Η καθαρή παρούσα αξία προεξοφλεί με το κόστος ευκαιρίας, προσθέτει αξία από έργο σε έργο, και συνδέεται άμεσα με τον πλούτο των μετόχων.
-
Ως Παρούσα Αξία (Present Value - PV) μιας επένδυσης εννοούμε…
- α Την απόδοση που αναμένεται από την υπό αξιολόγηση επένδυση.
- β Το ποσό των χρημάτων που πρέπει να καταβάλουμε για την αγορά του επενδυτικού στοιχείου.
- γ Το μέγιστο ποσό, το οποίο ο επενδυτής θα έπρεπε να επενδύσει την τρέχουσα χρονική στιγμή, για να αναπαραγάγει τις Καθαρές Ταμειακές Ροές της επένδυσης.
- δ Τον αριθμό των ετών που απαιτούνται για την ανάκτηση του αρχικού κεφαλαίου από τις Καθαρές Ταμειακές Ροές της επένδυσης.
Γιατί
Παρούσα αξία είναι το μέγιστο ποσό που αξίζει να επενδυθεί σήμερα, ώστε να αναπαραχθούν οι μελλοντικές καθαρές ταμειακές ροές. Ο χρόνος και το επιτόκιο τη διαμορφώνουν.
-
Η εσωτερική απόδοση (Internal Rate of Return - IRR) μιας επένδυσης είναι:
- α Το επιτόκιο που μεγιστοποιεί την καθαρή παρούσα αξίας της επένδυσης.
- β Η ελάχιστη απόδοση που απαιτούν οι χρηματοδότες της εταιρείας από τις επενδύσεις της.
- γ Το επιτόκιο που εξισώνει τη σημερινή αξία της επένδυσης με το κόστος υλοποίησής της.
- δ Το ποσό που θα αυξηθεί η αξία της επιχείρησης.
Γιατί
Ο εσωτερικός βαθμός απόδοσης είναι το επιτόκιο που μηδενίζει την καθαρή παρούσα αξία. Εξισώνει τη σημερινή αξία των ροών με το κόστος της επένδυσης.
-
Η μόνη διαρθρωτική διαφορά μεταξύ των μεθόδων της Καθαρής Παρούσας Αξίας και της Εσωτερικής Απόδοσης εντοπίζεται:
- α Στον υπολογισμό των καθαρών ταμειακών ροών μιας επένδυσης.
- β Στα επιτόκια προεξόφλησης που χρησιμοποιούνται στη διαδικασία υπολογισμού σε κάθε μέθοδο.
- γ Στην αντιμετώπιση της χρονικής διάρθρωσης των καθαρών ταμειακών ροών μιας επένδυσης.
- δ Στον υπολογισμό του κόστους υλοποίησης μιας επένδυσης.
Γιατί
Και οι δύο μέθοδοι δουλεύουν με τις ίδιες ταμειακές ροές. Διαφέρουν στο επιτόκιο προεξόφλησης: η μία χρησιμοποιεί το κόστος κεφαλαίου, η άλλη ψάχνει το επιτόκιο που μηδενίζει την αξία.
-
Ποια από τα παρακάτω καθιστούν την Εσωτερική Απόδοση μη αξιόπιστο κριτήριο έναντι της Καθαρής Παρούσας Αξίας κατά την αξιολόγηση αμοιβαία αποκλειόμενων επενδύσεων:
- α Διαφορετική χρονική διάρθρωση των καθαρών ταμειακών ροών.
- β Διαφορετικό ύψος επενδυμένου κεφαλαίου.
- γ Πολλαπλοί συντελεστές εσωτερικής απόδοσης.
- δ Όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Η εσωτερική απόδοση παραπλανά όταν υπάρχουν πολλαπλές λύσεις, διαφορετική χρονική διάρθρωση ροών, ή διαφορετικό μέγεθος επένδυσης. Η καθαρή παρούσα αξία μένει αξιόπιστη.
-
Ποιο από τα παρακάτω είναι σωστά σχετικά με τον Δείκτη Κερδοφορίας;
- α Χρησιμοποιείται όταν η επιχείρηση έχει περιορισμένα αρχικά κεφάλαια (capital rationing) για να κάνει επενδύσεις και μπορεί να επιλέξει μεταξύ συνδυασμών ανεξάρτητων επενδύσεων.
- β Εξετάζει ποιος επενδυτικός συνδυασμός της δίνει τον μεγαλύτερο Δ.Κ.
- γ Μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην περίπτωση των αμοιβαίως αποκλειόμενων επενδύσεων με ίδια διάρκεια ζωής, ίδια κλίμακα και ίδιο κίνδυνο.
- δ Όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Ο δείκτης κερδοφορίας βοηθά όταν τα κεφάλαια είναι περιορισμένα, επιλέγει τον καλύτερο συνδυασμό έργων, και συγκρίνει αποκλειόμενα έργα ίδιας κλίμακας, διάρκειας και κινδύνου.
-
Ένα από τα μειονεκτήματα της περιόδου επανείσπραξης κεφαλαίου είναι ότι:
- α Δεν προεξοφλεί κατάλληλα τις χρηματοροές.
- β Δεν καταφέρνει να συνυπολογίσει όλες τις μελλοντικές χρηματοροές που αποφέρει ένα επενδυτικό σχέδιο στην επιχείρηση.
- γ Για δύο διαφορετικά επενδυτικά σχέδια, αν η περίοδος είσπραξης κεφαλαίου είναι η ίδια, τότε η επιχείρηση θα ήταν αδιάφορη μεταξύ των δύο σχεδίων.
- δ Όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Η περίοδος επανείσπραξης αγνοεί τις ροές μετά την ανάκτηση, δεν προεξοφλεί σωστά τον χρόνο, και εξισώνει έργα με ίδια περίοδο αλλά διαφορετική αξία.
-
Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, επενδύουν όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία σύμφωνα με ...
- α την αρχή συσχέτισης εσόδων και εξόδων.
- β αποκλειστικό γνώμονα τη μεγιστοποίηση του κέρδους.
- γ την αρχή της αναλογικότητας.
- δ την αρχή του συνετού επενδυτή.
Γιατί
Η αρχή του συνετού επενδυτή διέπει κάθε τοποθέτηση της ασφαλιστικής επιχείρησης. Ζητά σύνεση, όχι μεγιστοποίηση της απόδοσης με κάθε κόστος.
-
Αναφορικά με το σύνολο του χαρτοφυλακίου των περιουσιακών τους στοιχείων, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις επενδύουν μόνο σε περιουσιακά στοιχεία και τίτλους...
- α τους κινδύνους των οποίων είναι δυνατόν επαρκώς να εντοπίζουν, μετρούν, παρακολουθούν, διαχειρίζονται, ελέγχουν και αναφέρουν, καθώς και να λαμβάνουν κατάλληλα υπόψη στην αξιολόγηση των συνολικών αναγκών φερεγγυότητάς τους σύμφωνα με το ιδιαίτερο προφίλ και τα εγκεκριμένα όρια ανοχής του κινδύνου, καθώς και την επιχειρηματική στρατηγική της επιχείρησης.
- β των κατηγοριών Ο.Σ.Ε.Κ.Α. που αποφασίζει η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, σε συνδυασμό με την επενδυτική πολιτική της ασφαλιστικής επιχείρησης.
- γ καταθέσεων σε πιστωτικά ιδρύματα.
- δ με γνώμονα τις απαιτήσεις στις οποίες οφείλουν να ανταποκρίνονται οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων που διασφαλίζουν ότι οι εν λόγω ασφαλιστικές επιχειρήσεις διατηρούν καθαρή οικονομική συμμετοχή στο πρόγραμμα τιτλοποίησης όχι κατώτερη του πέντε τοις εκατό (5%).
Γιατί
Η επιχείρηση επενδύει μόνο σε στοιχεία των οποίων τους κινδύνους μπορεί να εντοπίζει, να μετρά και να ελέγχει. Ό,τι δεν κατανοεί, δεν το αγοράζει.
-
Όσον αφορά στο σύνολο των περιουσιακών στοιχείων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, ιδίως δε εκείνα που καλύπτουν την Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση και την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας, επενδύονται...
- α με τρόπο που να μεγιστοποιείται η κερδοφορία του χαρτοφυλακίου ως συνόλου.
- β με τρόπο που να εγγυάται την ασφάλεια, την ποιότητα, τη ρευστότητα και την κερδοφορία χαρτοφυλακίου ως συνόλου.
- γ με τρόπο που να καλύπτεται, τουλάχιστον, η ελάχιστη εγγυημένη απόδοση που υφίσταται στα επενδυτικά προϊόντα.
- δ με τρόπο που να είναι σύμφωνος με το πενταετές επενδυτικό πρόγραμμα της ασφαλιστικής επιχείρησης.
Γιατί
Το χαρτοφυλάκιο ως σύνολο πρέπει να εγγυάται ασφάλεια, ποιότητα, ρευστότητα και κερδοφορία. Η σειρά των λέξεων δείχνει και τη σειρά προτεραιότητας.
-
Το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, επενδύονται…
- α με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ασφαλιστικής επιχείρησης, στο πιο επικερδές χρηματοπιστωτικό μέσο.
- β σε τόπο και με τρόπο ώστε να διασφαλίζεται διαρκώς η διαθεσιμότητά τους.
- γ σε τόπο και με τρόπο ώστε να επιμερίζεται ο κίνδυνος σε συνδυασμό με την απόδοσή τους.
- δ σε τόπο και με τρόπο που να είναι εξασφαλισμένη η επένδυση.
Γιατί
Τα περιουσιακά στοιχεία τοποθετούνται σε τόπο και με τρόπο που κρατά τη διαθεσιμότητά τους. Η υποχρέωση μπορεί να ωριμάσει ανά πάσα στιγμή.
-
Πώς επενδύονται, τα περιουσιακά στοιχεία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, που προορίζονται για την κάλυψη των τεχνικών προβλέψεων;
- α Ανεξαρτήτως των άλλων αρχών που προβλέπονται στο σχετικό άρθρο της Οδηγίας, και με τρόπο κατάλληλο προς το γνωστοποιημένο σκοπό της ασφαλιστικής σύμβασης.
- β Επιπλέον των άλλων αρχών που προβλέπονται στο σχετικό άρθρο της Οδηγίας, και με τρόπο κατάλληλο προς τη μεγιστοποίηση της επένδυσης.
- γ Επιπλέον των άλλων αρχών που προβλέπονται στο σχετικό άρθρο της Οδηγίας, και με τρόπο κατάλληλο προς τη φύση και την οικονομική μέση διάρκεια (duration) των ασφαλιστικών υποχρεώσεων.
- δ Ανεξαρτήτως των άλλων αρχών που προβλέπονται στο σχετικό άρθρο της Οδηγίας, και με τρόπο κατάλληλο προς τη φύση και την οικονομική μέση διάρκεια (duration) των ασφαλιστικών υποχρεώσεων.
Γιατί
Τα στοιχεία που καλύπτουν τεχνικές προβλέψεις ταιριάζουν στη φύση και στη μέση διάρκεια των ασφαλιστικών υποχρεώσεων. Η αντιστοίχιση αυτή προστίθεται στις άλλες αρχές.
-
Όταν οι παροχές που προβλέπονται από μια ασφαλιστική σύμβαση ζωής, συνδέονται άμεσα με δείκτη μετοχών ή κάποια άλλη αξία αναφοράς (εκτός από εκείνες που συνδέονται άμεσα με την αξία μεριδίων σε κάποιον Ο.Σ.Ε.Κ.Α. ή με την αξία περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται σε κάποιο εσωτερικό κεφάλαιο που τηρείται απο τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις), οι τεχνικές προβλέψεις σε σχέση με τις παροχές αυτές πρέπει...
- α να περιγράφονται αναλυτικά σε ειδικό σημείωμα τεχνικών προβλέψεων το οποίο παραδίδεται προς έγκριση στην Εποπτική Αρχή.
- β να περιγράφονται στην επενδυτική στρατηγική της ασφαλιστικής επιχείρησης ή, στην περίπτωση που δεν έχουν καθορισθεί μερίδια, από περιουσιακά στοιχεία κατάλληλης εξασφάλισης και εμπορευσιμότητας που η ασφαλιστική επιχείρηση θεωρεί ότι θα μεγιστοποιήσει την απόδοση των επενδύσεων.
- γ να αντικρίζονται από τα μερίδια που προορίζονται να αντιπροσωπεύουν την αξία αναφοράς ή, στην περίπτωση που δεν έχουν καθορισθεί μερίδια, από περιουσιακά στοιχεία κατάλληλης εξασφάλισης και εμπορευσιμότητας που αντιστοιχούν κατά το μέγιστο δυνατόν με εκείνα στα οποία βασίζεται η συγκεκριμένη αξία αναφοράς.
- δ να αντικρίζονται από τα μερίδια που προορίζονται να αντιπροσωπεύουν την αξία αναφοράς ή, στην περίπτωση που δεν έχουν καθορισθεί μερίδια, από περιουσιακά στοιχεία ανεξαρτήτως εξασφάλισης και εμπορευσιμότητας που σκοπεύουν κατά το μέγιστο δυνατόν να αυξήσουν την απόδοση του επενδυτικού σκέλους της ασφάλισης ζωής.
Γιατί
Οι τεχνικές προβλέψεις αντικρίζονται από τα μερίδια της αξίας αναφοράς. Χωρίς μερίδια, χρησιμοποιούνται στοιχεία κατάλληλης εξασφάλισης και εμπορευσιμότητας, όσο πιο κοντά γίνεται στην αξία αναφοράς.
-
Ποιος είναι ένας από τους κύριους γνώμονες επένδυσης των περιουσιακών στοιχείων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που προορίζονται για την κάλυψη των τεχνικών προβλέψεων;
- α Το συμφέρον όλων των αντισυμβαλλομένων και δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση, αναξαρτήτως του σκοπού της ασφαλιστικής σύμβασης.
- β Η διασπορά του επενδυτικού κινδύνου των περιουσιακών στοιχείων, λαμβανομένης υπόψη της επενδυτικής στρατηγικής των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που αφορούν τις τεχνικές προβλέψεις.
- γ Το συμφέρον όλων των αντισυμβαλλομένων και δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση, λαμβανομένου υπόψη κάθε γνωστοποιημένου σκοπού της ασφαλιστικής σύμβασης.
- δ Το συμφέρον όλων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και των μετόχων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, λαμβανομένου υπόψη κάθε γνωστοποιημένου σκοπού της ασφαλιστικής σύμβασης.
Γιατί
Γνώμονας είναι το συμφέρον των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων, μαζί με τον γνωστοποιημένο σκοπό της σύμβασης. Τα χρήματα ανήκουν σε εκείνους.
-
Σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, ή το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο διαχειρίζεται το χαρτοφυλάκιο των περιουσιακών τους στοιχείων, …
- α προχωρούν σε αλλαγή της διαχείρισης του χαρτοφυλακίου με ταυτόχρονη αλλαγή της επενδυτικής πολιτικής.
- β διασφαλίζουν ότι οι επενδύσεις πραγματοποιούνται προς το καλύτερο συμφέρον των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση.
- γ προχωρούν σε κατάλληλη διαφοροποίηση των περιουσιακών στοιχείων και το γνωστοποιούν στην Εποπτική Αρχή.
- δ διασφαλίζουν ότι οι επενδύσεις πραγματοποιούνται προς το καλύτερο συμφέρον των ασφαλιστικών επιχειρήσεων.
Γιατί
Σε σύγκρουση συμφερόντων υπερισχύει το συμφέρον των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων. Η επιχείρηση διαχειρίζεται ξένα κεφάλαια.
-
Όταν οι παροχές που προβλέπονται από μια ασφαλιστική σύμβαση ζωής, συνδέονται άμεσα με την αξία μεριδίων σε κάποιον Ο.Σ.Ε.Κ.Α. (όπως ορίζεται στον ν.4099/2012), ή με την αξία περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται σε κάποιο εσωτερικό κεφάλαιο που τηρείται από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, συνήθως διηρημένο σε μερίδια, οι τεχνικές προβλέψεις σε σχέση με τις παροχές αυτές πρέπει ...
- α να γνωστοποιούνται στους αντισυμβαλλόμενους και τους δικαιούχους προς ασφάλιση, ανα τρίμηνο ή, στην περίπτωση που δεν έχουν καθοριστεί μερίδια, να υπάρχει μια επιλογή επένδυσης από πλευράς των αντισυμβαλλομένων σε συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία.
- β να αντικρίζονται κατά το μέγιστο δυνατόν από τα μερίδια αυτά ή, στην περίπτωση που δεν έχουν καθοριστεί μερίδια, από τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία.
- γ να ταυτίζονται, κατά το μέγιστο δυνατόν, με το πενταετές πλάνο επενδυτικής στρατηγικής των ασφαλιστικών επιχειρήσεων.
- δ να έχουν την έγκριση της Εποπτικής Αρχής, ανεξαρτήτως αν οι παροχές αυτές αντικρίζονται κατά το μέγιστο δυνατόν από τα μερίδια αυτά ή, στην περίπτωση που δεν έχουν καθοριστεί μερίδια, από τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία.
Γιατί
Όταν οι παροχές συνδέονται με μερίδια, οι τεχνικές προβλέψεις αντικρίζονται από τα ίδια τα μερίδια. Έτσι η υποχρέωση και το περιουσιακό στοιχείο κινούνται μαζί.
-
Όταν οι παροχές που προβλέπονται από μια ασφαλιστική σύμβαση ζωής, περιλαμβάνουν εγγύηση επενδυτικής απόδοσης ή κάποια άλλη εγγυητική παροχή, τα περιουσιακά στοιχεία που χρησιμοποιούνται για την κάλυψη των αντίστοιχων πρόσθετων τεχνικών προβλέψεων υπόκεινται στους κάτωθι περιορισμούς:
- α Η χρήση παράγωγων μέσων είναι δυνατή εφόσον τα μέσα αυτά συμβάλλουν στον μετριασμό των κινδύνων ή διευκολύνουν την αποτελεσματική διαχείριση του χαρτοφυλακίου.
- β Οι επενδύσεις και τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία δεν είναι αποδεκτά προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη χρηματοοικονομική αγορά διατηρούνται σε συνετά επίπεδα. Επίσης, οι επενδύσεις σε περιουσιακά στοιχεία που εκδίδονται από τον ίδιο εκδότη, ή από εκδότες που ανήκουν στον ίδιο όμιλο, δεν πρέπει να εκθέτουν τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις σε υπερβολική συγκέντρωση κινδύνου.
- γ Τα περιουσιακά στοιχεία διαφοροποιούνται κατάλληλα με τρόπο ώστε να αποφεύγεται υπερβολική εξάρτηση από κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο, εκδότη ή ομάδα επιχειρήσεων, ή γεωγραφική περιοχή καθώς και η υπερβολική συσσώρευση κινδύνων στο σύνολο του χαρτοφυλακίου.
- δ Όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Με εγγυημένη απόδοση ισχύουν και οι τρεις περιορισμοί: τα παράγωγα μόνο για μετριασμό κινδύνου, τα μη διαπραγματεύσιμα σε συνετά επίπεδα, και κατάλληλη διαφοροποίηση χωρίς συγκέντρωση.
-
Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις επενδύουν τα διαθεσιμά τους σύμφωνα με τη νομοθεσία χωρίς άλλο περιορισμό, οι δε επενδυτικές αποφάσεις…
- α δεν υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση ή συστηματική κοινοποίηση στην Εποπτική Αρχή ή σε άλλη δημόσια αρχή.
- β υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση ή συστηματική κοινοποίηση στην Εποπτική Αρχή ή σε άλλη δημόσια αρχή.
- γ υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση ή συστηματική κοινοποίηση στην Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (EIOPA).
- δ υποβάλλονται σε έλεγχο και συστηματική κοινοποίηση στην Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (EIOPA).
Γιατί
Οι επενδυτικές αποφάσεις δεν θέλουν προηγούμενη έγκριση ούτε συστηματική κοινοποίηση. Η εποπτεία γίνεται εκ των υστέρων, πάνω στην αρχή του συνετού επενδυτή.
-
Σε περιπτώσεις στις οποίες φέρουν τον επενδυτικό κίνδυνο αντισυμβαλλόμενοι που είναι φυσικά πρόσωπα, οι ασφαλίσεις συνδέονται αποκλειστικά…
- α με χρηματοπιστωτικά μέσα ή δείκτες αναφοράς σύμφωνα με τα άρθρα 59 έως 65 του ν.4099/2012 (ΦΕΚ Α΄250).
- β με το υπολογιστικό μοντέλο της (αντ)ασφαλιστικής επιχείρησης, βασισμένο σε θεωρητικές παραδοχές.
- γ με τον δείκτη φερεγγυότητας του ομίλου στον οποίο ανήκει η ασφαλιστική επιχείρηση.
- δ με χρηματοπιστωτικά μέσα ή δείκτες αναφοράς σύμφωνα με τα όσα έχουν προβλεφθεί στην ετήσια έκθεση της ασφαλιστικής επιχείρησης.
Γιατί
Όταν τον επενδυτικό κίνδυνο τον φέρει φυσικό πρόσωπο, η ασφάλιση συνδέεται μόνο με χρηματοπιστωτικά μέσα ή δείκτες που ορίζει ο νόμος. Έτσι η αξία αναφοράς είναι μετρήσιμη και ελέγξιμη.
-
Τι σημαίνουν τα αρχικά Ο.Σ.Ε.Κ.Α.;
- α Οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες και ανώνυμες εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων.
- β Οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων κοινωνικής ασφάλισης.
- γ Οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων καθαρής (net) απόδοσης.
- δ Οργανισμός συλλόγου επενδυτών σε κινητές αξίες.
Γιατί
Τα αρχικά σημαίνουν Οργανισμοί Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες. Περιλαμβάνουν τα αμοιβαία κεφάλαια και τις εταιρείες διαχείρισής τους.
-
Η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει ετησίως, τον αντισυμβαλλόμενο σχετικά...
- α με το ύψος της υποχρέωσής του στα λειτουργικά έξοδα των επενδύσεων που αφορούν στην ασφάλισή του.
- β με τη μεταβολή της απόδοσης των επενδύσεων στα υπό διανομή κέρδη και στη σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου της ασφαλιστικής επιχείρησης.
- γ με το ύψος της δυνατότητας παρακράτησης από την ασφαλιστική επιχείρηση του ετήσιου ασφαλίστρου της ασφαλιστικής σύμβασης, σε περίπτωση υπαναχώρησης του αντισυμβαλλομένου.
- δ με το ύψος της συμμετοχής του στα υπό διανομή κέρδη.
Γιατί
Κάθε χρόνο ο αντισυμβαλλόμενος μαθαίνει το ύψος της συμμετοχής του στα υπό διανομή κέρδη. Η ενημέρωση είναι γραπτή και τακτική.
-
Αν κατά την προσφορά ή τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης ο ασφαλιστής αναφέρεται σε χρηματικές παροχές οι οποίες δύνανται να προκύψουν εις όφελος του δικαιούχου πέραν των συμβατικά εγγυημένων, τότε…
- α υποχρεούται να του παρέχει αντίστοιχο αριθμητικό παράδειγμα υπολογισμού του ασφαλίσματος κατά τη λήξη χρησιμοποιώντας δύο διαφορετικά επιτόκια προεξόφλησης (έχει εφαρμογή και σε πρόσκαιρες ασφαλίσεις ζωής). Ο ασφαλιστής ενημερώνει τον αντισυμβαλλόμενο με τρόπο σαφή και κατανοητό, ότι το προαναφερόμενο παράδειγμα υπολογισμού σποτελεί απλώς υπολογιστικό μοντέλο βασισμένο σε θεωρητικές παραδοχές, και ότι ο αντισυμβαλλόμενος μπορεί να εγείρει συμβατικές απαιτήσεις με βάση το παράδειγμα αυτό.
- β υποχρεούται να του παρέχει αντίστοιχο αριθμητικό παράδειγμα υπολογισμού του ασφαλίσματος κατά τη λήξη χρησιμοποιώντας τρία διαφορετικά επιτόκια προεξόφλησης (δεν έχει εφαρμογή σε πρόσκαιρες ασφαλίσεις ζωής). Ο ασφαλιστής ενημερώνει τον αντισυμβαλλόμενο με τρόπο σαφή και κατανοητό, ότι το προαναφερόμενο παράδειγμα υπολογισμού σποτελεί απλώς υπολογιστικό μοντέλο βασισμένο σε θεωρητικές παραδοχές, και ότι ο αντισυμβαλλόμενος δεν μπορεί να εγείρει συμβατικές απαιτήσεις με βάση το παράδειγμα αυτό.
- γ υποχρεούται να του παρέχει αντίστοιχο αριθμητικό παράδειγμα υπολογισμού του ασφαλίσματος κατά τη λήξη χρησιμοποιώντας ως επιτόκια προεξόφλησης το τρέχον euribor 2 μηνών (έχει εφαρμογή σε πρόσκαιρες ασφαλίσεις ζωής). Ο ασφαλιστής ενημερώνει τον αντισυμβαλλόμενο με τρόπο σαφή και κατανοητό, ότι το προαναφερόμενο παράδειγμα υπολογισμού αποτελεί απλώς υπολογιστικό μοντέλο βασισμένο σε θεωρητικές παραδοχές, και ότι ο αντισυμβαλλόμενος μπορεί να εγείρει συμβατικές απαιτήσεις με βάση το παράδειγμα αυτό.
- δ υποχρεούται να του παρέχει αντίστοιχο αριθμητικό παράδειγμα υπολογισμού του ασφαλίσματος κατά τη λήξη χρησιμοποιώντας ως επιτόκια προεξόφλησης το τρέχον euribor 2 μηνών (δεν έχει εφαρμογή σε πρόσκαιρες ασφαλίσεις ζωής). Ο ασφαλιστής ενημερώνει τον αντισυμβαλλόμενο με τρόπο σαφή και κατανοητό, ότι το προαναφερόμενο παράδειγμα υπολογισμού αποτελεί απλώς υπολογιστικό μοντέλο βασισμένο σε θεωρητικές παραδοχές, και ότι ο αντισυμβαλλόμενος δεν μπορεί να εγείρει συμβατικές απαιτήσεις με βάση το παράδειγμα αυτό.
Γιατί
Το παράδειγμα δίνεται με τρία διαφορετικά επιτόκια προεξόφλησης, και δεν αφορά τις πρόσκαιρες ασφαλίσεις ζωής. Ο πελάτης ενημερώνεται ρητά ότι δεν γεννά συμβατική απαίτηση.
-
Τι ισχύει όσον αφορά στην ενημέρωση του αντισυμβαλλομένου στην περίπτωση ασφαλίσεων με συμμετοχή σε κέρδη;
- α Ο ασφαλιστής ενημερώνει, σε εβδομαδιαία βάση, εγγράφως τον αντισυμβαλλόμενο για την κατάσταση των απαιτήσεών του, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται τυχόν κέρδη από τη συμμετοχή.
- β Ο ασφαλιστής ενημερώνει, ανά τρίμηνο, εγγράφως τον αντισυμβαλλόμενο για την κατάσταση των απαιτήσεών του, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται τυχόν κέρδη από τη συμμετοχή.
- γ Ο ασφαλιστής ενημερώνει, σε ετήσια βάση, εγγράφως τον αντισυμβαλλόμενο για την κατάσταση των απαιτήσεών του, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται τυχόν κέρδη από τη συμμετοχή.
- δ Ο ασφαλιστής ενημερώνει, ανά εξάμηνο, εγγράφως τον αντισυμβαλλόμενο για την κατάσταση των απαιτήσεών του, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται τυχόν κέρδη από τη συμμετοχή.
Γιατί
Στις ασφαλίσεις με συμμετοχή στα κέρδη, η γραπτή ενημέρωση για την κατάσταση των απαιτήσεων γίνεται κάθε έτος. Η συχνότητα ορίζεται από τον νόμο.
-
Τι ισχύει όσον αφορά στην ενημέρωση του αντισυμβαλλομένου, στην περίπτωση που ο ασφαλιστής έχει παρουσιάσει αριθμητικά στοιχεία σχετικά με την ενδεχόμενη μελλοντική εξέλιξη της συμμετοχής στα κέρδη;
- α Ο ασφαλιστής δεν οφείλει να ενημερώσει τον αντισυμβαλλόμενο σχετικά με τις διαφορές μεταξύ της πραγματικής εξέλιξης και των αρχικών στοιχείων.
- β Ο αντισυμβαλλόμενος δεν επηρεάζεται από την εν λόγω ενέργεια του ασφαλιστή, συνεπώς δεν τίθεται θέμα υποχρέωσης από τη πλευρά του ασφαλιστή.
- γ Ο ασφαλιστής ενημερώνει τον αντισυμβαλλόμενο σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού της ενδεχόμενης μελλοντικής εξέλιξης της συμμετοχής στα κέρδη.
- δ Ο ασφαλιστής ενημερώνει τον αντισυμβαλλόμενο σχετικά με τις διαφορές μεταξύ της πραγματικής εξέλιξης και των αρχικών στοιχείων.
Γιατί
Όταν έχουν δοθεί αριθμητικά στοιχεία για μελλοντική συμμετοχή στα κέρδη, ο ασφαλιστής οφείλει να δείξει τη διαφορά από την πραγματική εξέλιξη. Η πρόβλεψη ελέγχεται με τα γεγονότα.
-
Η μελλοντική αξία κατάθεσης σε δύο έτη από σήμερα θα είναι μεγαλύτερη αν ο ανατοκισμός γίνεται σε:
- α εξαμηνιαία βάση.
- β ετήσια βάση.
- γ ημερήσια βάση.
- δ τριμηνιαία βάση.
Γιατί
Ο ανατοκισμός προσθέτει τόκο πάνω στον τόκο. Όσο πιο συχνά κεφαλαιοποιείται, τόσο μεγαλύτερο το τελικό ποσό, άρα η ημερήσια βάση δίνει το μέγιστο.
-
Το χαρτοφυλάκιο της αγοράς αποτελείται από:
- α Όλα τα ακίνδυνα (riskless) περιουσιακά στοιχεία.
- β Συνδυασμό ακίνδυνων (riskless) περιουσιακών στοιχείων και στοιχείων που ενέχουν κίνδυνο.
- γ Όλα τα περιουσιακά στοιχεία που ενέχουν κίνδυνο.
- δ Ένα μέρος των περιουσιακών στοιχείων που ενέχουν κίνδυνο.
Γιατί
Το χαρτοφυλάκιο της αγοράς περιλαμβάνει όλα τα περιουσιακά στοιχεία με κίνδυνο, σταθμισμένα με την αξία τους. Το στοιχείο χωρίς κίνδυνο μένει έξω.
-
Για τον υπολογισμό του κινδύνου του χαρτοφυλακίου λαμβάνουμε υπόψη μας …
- α τις σταθμικές τυπικές αποκλίσεις των μεμονωμένων αξιογράφων καθώς και τις σταθμικές συνδιακυμάνσεις αυτών.
- β τη στάθμιση των αποδόσεων και το ύψος των κεφαλαίων που επενδύονται.
- γ την πιθανότητα εμφάνισης της αναμενόμενης απόδοσης και τη διακύμανση των ακίνδυνων αξιογράφων.
- δ την αναμενόμενη απόδοση και την πιθανότητα μη πραγματοποίησης της πιθανής απόδοσης.
Γιατί
Ο κίνδυνος του χαρτοφυλακίου δεν είναι μέσος όρος. Υπολογίζεται από τις σταθμικές τυπικές αποκλίσεις και από τις σταθμικές συνδιακυμάνσεις των τίτλων.
-
Να βρεθεί η παρούσα αξία μιας σειράς δέκα ετησίων πληρωμών ύψους 50.000 € όπου η πρώτη πληρωμή θα καταβληθεί σε πέντε έτη από σήμερα. Το ετήσιο αποτελεσματικό επιτόκιο (effective rate) είναι i=5%.
- α 327.601 €.
- β 337.601 €.
- γ 317.601 €.
- δ 307.601 €.
Γιατί
Πρόκειται για δέκα πληρωμές με πρώτη στο έτος πέντε, άρα αναβολή τεσσάρων ετών. Η παρούσα αξία είναι 50.000 επί τον συντελεστή ράντας δέκα ετών, δηλαδή 7,7217, επί τον συντελεστή προεξόφλησης 0,8227. Το γινόμενο δίνει περίπου 317.601 ευρώ.
Με βάση τους πίνακες για i=5% έχουμε τα εξής
Παρούσα Αξία=50.000*0,8228*7,72=317.601
-
Αν οι επενδυτές μπορούν να δημιουργήσουν πλήρως διαφοροποιημένα χαρτοφυλάκια τότε:
- α Οι επενδυτές πρέπει να ανταμείβονται για τον μη-συστηματικό κίνδυνο που αναλαμβάνουν.
- β Οι επενδυτές πρέπει να ανταμείβονται για τον συνολικό κίνδυνο που αναλαμβάνουν.
- γ Οι επενδυτές πρέπει να ανταμείβονται για τον συστηματικό κίνδυνο που αναλαμβάνουν.
- δ Οι επενδυτές πρέπει να ανταμείβονται για τον μη-συστηματικό κίνδυνο που αναλαμβάνουν γιατί μόνο αυτός διαφοροποιείται.
Γιατί
Ο μη συστηματικός κίνδυνος σβήνει με τη διασπορά, άρα η αγορά δεν τον ανταμείβει. Πληρώνεται μόνο ο συστηματικός κίνδυνος, που κανείς δεν μπορεί να αποφύγει.
-
Ποιο από τα ακόλουθα είναι αληθές;
- α Όλα τα χαρτοφυλάκια τα οποία βρίσκονται πάνω στη γραμμή αγοράς αξιογράφου δεν είναι αποτελεσματικά.
- β Τόσο αποτελεσματικά όσο και μη-αποτελεσματικά χαρτοφυλάκια μπορούν να βρίσκονται πάνω στη γραμμή αγοράς αξιογράφου.
- γ Όλα τα χαρτοφυλάκια τα οποία βρίσκονται πάνω στη γραμμή αγοράς αξιογράφου (security market line-SML) είναι αποτελεσματικά.
- δ Μόνο μεμονωμένα αξιόγραφα βρίσκονται πάνω στη γραμμή αγοράς αξιογράφου.
Γιατί
Η γραμμή αγοράς αξιογράφου συνδέει απόδοση και συστηματικό κίνδυνο. Πάνω της στέκουν σωστά τιμολογημένοι τίτλοι και χαρτοφυλάκια, αποτελεσματικά ή όχι.
-
Ποιος είναι ο στόχος της βέλτιστης επενδυτικής πολιτικής στο πλαίσιο ενός διεθνούς χαρτοφυλακίου;
- α Η ελαχιστοποίηση του κινδύνου.
- β Η βελτιστοποίηση της απόδοσης για δεδομένα επίπεδα κινδύνου.
- γ Η πλήρης αντιστάθμιση του συναλλαγματικού κινδύνου.
- δ Ο πλήρης συγχρονισμός των νομισματικών πολιτικών διεθνώς.
Γιατί
Στόχος είναι η καλύτερη δυνατή απόδοση για δεδομένο επίπεδο κινδύνου. Η ελαχιστοποίηση του κινδύνου μόνη της θα σήμαινε παραίτηση από την απόδοση.
-
Στην ενεργητική διαχείριση ενός χαρτοφυλακίου έχουμε:
- α Κατοχή αξιογράφων με συχνές αναδιαρθρώσεις και υψηλό κόστος διαχείρισης.
- β Κατοχή αξιογράφων χωρίς συχνές αναδιαρθρώσεις και χαμηλό κόστος διαχείρισης.
- γ Κατοχή αξιογράφων χωρίς συχνές αναδιαρθρώσεις και υψηλό κόστος διαχείρισης.
- δ Καμία από τις απαντήσεις δεν είναι σωστή.
Γιατί
Η ενεργός διαχείριση αλλάζει συχνά θέσεις για να εκμεταλλευτεί ευκαιρίες. Οι συχνές πράξεις σημαίνουν υψηλότερο κόστος διαχείρισης.
-
Η καθαρή παθητική επενδυτική στρατηγική ορίζεται ως η στρατηγική που:
- α Κάνει χρήση χρηματιστηριακών δεικτών και κατανέμει τις επενδύσεις σε σταθερές αναλογίες που δεν εξαρτώνται από τις συνθήκες της αγοράς.
- β Κάνει χρήση χρηματιστηριακών δεικτών.
- γ Κατανέμει τις επενδύσεις σε σταθερές αναλογίες που δεν εξαρτώνται από τις συνθήκες της αγοράς.
- δ Είναι αποτελεσματική σύμφωνα με το κριτήριο μέσου-διακύμανσης.
Γιατί
Η καθαρά παθητική στρατηγική αντιγράφει δείκτες και κρατά σταθερές αναλογίες. Δεν αντιδρά στις συνθήκες της αγοράς.
-
Ποια από τις παρακάτω προτάσεις είναι σωστή ως προς την ερμηνεία του αποτελέσματος της 95% Αξίας σε Κίνδυνο (Value at Risk - VaR);
- α Είμαστε 95% σίγουροι ότι οι ζημίες του χαρτοφυλακίου θα ξεπεράσουν ένα ποσό ίσο με το VaR σε €.
- β Είμαστε 5% σίγουροι ότι οι ζημίες του χαρτοφυλακίου δεν θα ξεπεράσουν ένα ποσό ίσο με το VaR σε €.
- γ Ένα χαρτοφυλάκιο έχει πιθανότητα 5% κάτω από κανονικές συνθήκες της αγοράς, να πραγματοποιήσει ζημιά της τάξης των € (αποτέλεσμα VaR σε €) ή μεγαλύτερη.
- δ Ένα χαρτοφυλάκιο έχει πιθανότητα 95% κάτω από κανονικές συνθήκες της αγοράς, να πραγματοποιήσει ζημιά της τάξης των € (αποτέλεσμα VaR σε €) ή μεγαλύτερη.
Γιατί
Η αξία σε κίνδυνο με εμπιστοσύνη ενενήντα πέντε τοις εκατό δηλώνει πιθανότητα πέντε τοις εκατό να συμβεί ζημιά ίση ή μεγαλύτερη από το ποσό. Ισχύει υπό κανονικές συνθήκες αγοράς.
-
Σύμφωνα με τους τύπους της πιθανής ζημίας, η αξία σε κίνδυνο (Value at Risk - VaR) υπολογίζει:
- α Τη μη αναμενόμενη ζημία.
- β Την αναμενόμενη ζημία.
- γ Την ασυνήθη ζημία.
- δ Τη σίγουρη ζημία.
Γιατί
Η αξία σε κίνδυνο μετρά τη μη αναμενόμενη ζημιά, δηλαδή την ακραία απόκλιση. Η αναμενόμενη ζημιά καλύπτεται ήδη από τις προβλέψεις.
-
Η τεχνική της ιστορικής προσομοίωσης αποτελεί μία από τις μεθόδους υπολογισμού της αξίας σε κίνδυνο για ένα χαρτοφυλάκιο. Ποια από τα παρακάτω είναι μειονεκτήματα της μεθόδου;
- α Μη διαθεσιμότητα ιστορικών στοιχείων.
- β Tα παρελθοντικά δεδομένα μπορεί να μην ανταποκρίνονται στις παρούσες συνθήκες.
- γ H παρούσα διάρθρωση του χαρτοφυλακίου πιθανότατα να μην είναι αυτή που θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί.
- δ Όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Η ιστορική προσομοίωση στηρίζεται στο παρελθόν. Τα δεδομένα μπορεί να λείπουν, να μην ταιριάζουν στις σημερινές συνθήκες, ή να μην αντιστοιχούν στη σημερινή σύνθεση του χαρτοφυλακίου.
-
Αν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής και η ασφαλιστική επιχείρηση, που διένειμαν το προϊόν, ενημερώσουν τον πελάτη ότι θα πραγματοποιούν περιοδική επανεξέταση της καταλληλότητας του προϊόντος…
- α αναμένουν σχετική υπενθύμιση από την ασφαλιστική επιχείρηση που διαθέτει το προϊόν.
- β αναμένουν σχετικό αίτημα του πελάτη.
- γ δεν απαιτείται να αποστείλουν νέα Δήλωση Αξιολόγησης Καταλληλότητας Προϊόντος.
- δ επαναλαμβάνουν τη διαδικασία λήψης πληροφοριών από τον πελάτη και του αποστέλλουν επικαιροποιημένη Δήλωση Αξιολόγησης Καταλληλότητας Προϊόντος.
Γιατί
Η υπόσχεση περιοδικής επανεξέτασης δεσμεύει. Οι πληροφορίες ζητούνται ξανά, και ο πελάτης λαμβάνει επικαιροποιημένη δήλωση καταλληλότητας.
-
Χαρακτηριστικό γνώρισμα ενός unit-linked προγράμματος είναι:
- α Η μη ύπαρξη επενδυτικού σκέλους.
- β Ο σύντομος επενδυτικός - χρονικός τους ορίζοντας.
- γ Η σύνδεση των ασφαλιστικών παροχών του και της αξίας του συμβολαίου με την πορεία των επενδυτικών κεφαλαίων (investment funds ή unit funds) με τα οποία είναι συνδεδεμένο.
- δ Η έμφαση στο ασφαλιστικό σκέλος των προϊόντων.
Γιατί
Το unit linked συνδέει τις παροχές και την αξία του συμβολαίου με την πορεία των επενδυτικών κεφαλαίων. Ο πελάτης παίρνει την απόδοση και τον κίνδυνο εκείνων.
-
Ως επενδυτικά κεφάλαια (unit funds) συνδεδεμένα με unit-linked ασφαλιστήρια μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα κάτωθι:
- α Είτε νόμιμα συστημένα αμοιβαία κεφάλαια, είτε εσωτερικά κεφάλαια της ασφαλιστικής επιχείρησης (π.χ. περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης, κρατικοί τίτλοι, μετοχές κ.λπ.).
- β Μόνο ομόλογα του Δημοσίου.
- γ Οποιαδήποτε επένδυση κρίνει η ασφαλιστική επιχείρηση ότι θα αποφέρει τη μέγιστη απόδοση.
- δ Μόνο προθεσμιακές καταθέσεις.
Γιατί
Τα συνδεδεμένα κεφάλαια είναι είτε νόμιμα συστημένα αμοιβαία κεφάλαια, είτε εσωτερικά μεταβλητά κεφάλαια της ασφαλιστικής επιχείρησης. Και τα δύο είναι οριοθετημένα και μετρήσιμα.
-
Τα unit-linked προϊόντα έχει επικρατήσει να χαρακτηρίζονται ως "μεταβλητά" προϊόντα, λόγω του ότι:
- α Το είδος των επενδυτικών επιλογών μεταβάλλεται ανάλογα με την τάση της αγοράς.
- β Το ύψος της απόδοσης δεν είναι γνωστό πριν από τη λήξη του προϊόντος.
- γ Το ύψος των καλύψεων μπορεί να μεταβάλλεται κατά τη διάρκεια ισχύος του συμβολαίου σύμφωνα με τις ανάγκες ή τις επιθυμίες του πελάτη.
- δ Το είδος των καλύψεων μπορεί να μεταβάλλεται κατά τη διάρκεια ισχύος του συμβολαίου σύμφωνα με τις ανάγκες ή τις επιθυμίες του πελάτη.
Γιατί
Μεταβλητά λέγονται γιατί ο πελάτης μπορεί να αλλάζει το ύψος των καλύψεων μέσα στη διάρκεια, καθώς αλλάζουν οι ανάγκες του. Η ευελιξία είναι χαρακτηριστικό του σχεδιασμού.
-
Τα unit-linked προϊόντα ανήκουν επίσης στην κατηγορία προϊόντων…
- α μεταβλητής εισφοράς ή μεταβαλλόμενου ασφαλίστρου.
- β καθορισμένης εισφοράς ή καθορισμένου ασφαλίστρου.
- γ μεταβλητής απόδοσης.
- δ καμία από τις απαντήσεις δεν είναι σωστή.
Γιατί
Το ασφάλιστρο είναι καθορισμένο, ενώ η παροχή εξαρτάται από την απόδοση. Γι αυτό τα προϊόντα αυτά κατατάσσονται στην καθορισμένη εισφορά.
-
Οι παροχές του αποταμιευτικού - επενδυτικού μέρους των ασφαλιστηρίων unit-linked προϊόντων, όπως αξίες εξαγοράς, κεφάλαιο σε περίπτωση επιβίωσης στη λήξη κ.λπ., είναι εγγυημένες;
- α Ναι, οι παροχές αυτές είναι συμφωνημένες και εγγυημένες από την έναρξη του συμβολαίου.
- β Εξαρτάται από το είδος της τοποθέτησης των επενδυτικών κεφαλαίων.
- γ Όχι, οι παροχές αυτές εξαρτώνται από την πορεία των επενδυτικών κεφαλαίων με τα οποία είναι συνδεδεμένα.
- δ Όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Οι παροχές του επενδυτικού μέρους δεν είναι εγγυημένες. Ακολουθούν την πορεία των συνδεδεμένων κεφαλαίων, προς τα πάνω και προς τα κάτω.
-
Ο έλεγχος και η διαχείριση των εσωτερικών κεφαλαίων της ασφαλιστικής επιχείρησης τα οποία συνδέονται με ένα unit-linked προϊόν, ανήκει:
- α Στην Τράπεζα της Ελλάδος.
- β Στην ασφαλιστική επιχείρηση την οποία εκδίδει και διαθέτει το unit-linked προϊόν.
- γ Στο Υπουργείο Οικονομικών.
- δ Στον ασφαλισμένο.
Γιατί
Τα εσωτερικά μεταβλητά κεφάλαια τα δημιουργεί, τα διαχειρίζεται και τα ελέγχει η ίδια η ασφαλιστική επιχείρηση. Η Τράπεζα της Ελλάδος εποπτεύει τη λειτουργία της.