-
Ποια από τις παρακάτω επενδυτικές επιλογές μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αποτελεσματική προστασία έναντι του πληθωρισμού;
- α Οι απαιτήσεις από αντασφαλιστές.
- β Οι προθεσμιακές καταθέσεις.
- γ Ένα ομόλογο που είναι συνδεδεμένο με τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή.
- δ Οι τραπεζικές μετοχές.
Γιατί
Ο τίτλος που συνδέεται με τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή αναπροσαρμόζεται μαζί με τις τιμές. Έτσι η πραγματική αξία της τοποθέτησης μένει προστατευμένη.
-
Το πρώτο βήμα στην επενδυτική διαδικασία ενός ιδιώτη επενδυτή είναι:
- α Η ανάλυση των διεθνών χρηματαγορών και κεφαλαιαγορών.
- β Η αποτελεσματική κατασκευή του χαρτοφυλακίου του.
- γ Ο προσδιορισμός των χρηματοοικονομικών αναγκών του.
- δ Η ανάλυση των προγραμμάτων που προσφέρει η ασφαλιστική επιχείρηση.
Γιατί
Η επενδυτική διαδικασία ξεκινά από τον άνθρωπο, όχι από την αγορά. Πρώτα ορίζονται οι χρηματοοικονομικές ανάγκες, και μετά αναζητείται το προϊόν.
-
Ποιο από τα ακόλουθα ΔΕΝ πρέπει να επηρεάζει τον πελάτη - επενδυτή ως προς τη διαμόρφωση ενός χαρτοφυλακίου;
- α O χρονικός ορίζοντας της επένδυσης.
- β Οι παρελθούσες αποδόσεις των διαθέσιμων επενδυτικών επιλογών.
- γ Το προφίλ κινδύνου του επενδυτή.
- δ Οι ανάγκες και ο επενδυτικός στόχος του επενδυτή.
Γιατί
Οι παρελθούσες αποδόσεις δεν προδικάζουν το μέλλον. Το χαρτοφυλάκιο χτίζεται πάνω στον ορίζοντα, στο προφίλ κινδύνου και στους στόχους.
-
Η απόδοση μιας επένδυσης που προκύπτει από την αφαίρεση των φόρων και του πληθωρισμού ονομάζεται:
- α Ονομαστική απόδοση.
- β Τιμαριθμοποιημένη απόδοση.
- γ Μικτή απόδοση.
- δ Πραγματική απόδοση.
Γιατί
Πραγματική απόδοση είναι όσο μένει μετά τους φόρους και τον πληθωρισμό. Η ονομαστική απόδοση δείχνει τον αριθμό, όχι την αγοραστική δύναμη.
-
Επιπλέον των άλλων κινδύνων, η μετοχή "Α" του κλάδου ενέργειας διατρέχει τον κίνδυνο:
- α Της αγοράς στο σύνολό της.
- β Της οικονοµικής φερεγγυότητας.
- γ Της τιμής του πετρελαίου.
- δ Τον ειδικό κίνδυνο της επιχείρησης.
Γιατί
Πέρα από τον γενικό και τον ειδικό κίνδυνο, ο κλάδος προσθέτει τον δικό του. Στην ενέργεια αυτός είναι η τιμή του πετρελαίου.
-
Η διεθνική διαφοροποίηση χαρτοφυλακίου µειώνει τον συνολικό επενδυτικό κίνδυνο, δεδομένου ότι: i) Οι διαφορετικές εθνικές αγορές συσχετίζονται, ii) Οι διαφορετικές εθνικές αγορές παρουσιάζουν διαφορετική αντίδραση και οικονοµικά χαρακτηριστικά, σηµαντικά µεταξύ τους, iii) Ο συντελεστής συσχέτισης µεταξύ των αποδόσεων των διαφόρων αγορών είναι χαµηλός, iv) Οι διάφορες εθνικές αγορές συσχετίζονται µεταξύ τους βραχυχρόνια αλλά όχι µακροχρόνια. Τι ισχύει;
- α Tο (i) και το (ii).
- β Όλα εκτός από το (iv).
- γ Όλα εκτός από το (i).
- δ Tο (ii) και το (iii).
Γιατί
Η διεθνής διασπορά ωφελεί γιατί οι αγορές αντιδρούν διαφορετικά και η συσχέτισή τους είναι χαμηλή. Αν συσχετίζονταν πλήρως, το όφελος θα χανόταν.
-
Η απόφαση των επενδυτών για την κατανοµή των επενδύσεών τους κατά την επενδυτική διαδικασία:
- α Θέτει πρότυπα µε βάση τα οποία καθορίζεται ο κατάλληλος επενδυτικός ορίζοντας.
- β Βοηθά τους επενδυτές να θέτουν ρεαλιστικούς επενδυτικούς στόχους.
- γ Περιλαµβάνει τον ορισµό των συγκεκριµένων επενδυτικών τίτλων του χαρτοφυλακίου τους.
- δ Καθορίζει σηµαντικό µέρος της απόδοσης χαρτοφυλακίου και της διακύµανσής του.
Γιατί
Η κατανομή των επενδύσεων ανάμεσα στις κατηγορίες ορίζει το μεγαλύτερο μέρος της απόδοσης και της διακύμανσης. Η επιλογή μεμονωμένων τίτλων έρχεται δεύτερη.
-
Βασικός σκοπός του προσδιορισµού των επενδυτικών στόχων του πελάτη είναι:
- α Η ικανοποίηση της ανάγκης του πελάτη του να εκφράσει τις απόψεις του για την αγορά.
- β Η περιγραφή των ορίων εντός των οποίων θα κινηθεί η επενδυτική πολιτική του πελάτη.
- γ Ο προσδιορισµός του χρονικού ορίζοντα λήψης των επενδυτικών αποφάσεων του πελάτη.
- δ Ο προσδιορισµός της επιθυµητής σχέσης κινδύνου - απόδοσης του πελάτη.
Γιατί
Ο προσδιορισμός των στόχων ορίζει την επιθυμητή σχέση κινδύνου και απόδοσης. Πάνω σε αυτήν χτίζεται όλη η επενδυτική πολιτική.
-
Προκειµένου να οριστεί ο χαρακτήρας επενδυτικής πολιτικής, ποιο από τα παρακάτω ΔΕΝ αποτελεί περιορισµό:
- α Ο χρονικός ορίζοντας της επένδυσης.
- β Οι φορολογικοί περιορισµοί.
- γ Η απαιτούµενη απόδοση.
- δ Οι ανάγκες ρευστότητας.
Γιατί
Η απαιτούμενη απόδοση είναι στόχος, όχι περιορισμός. Περιορισμοί είναι η ρευστότητα, ο χρονικός ορίζοντας και η φορολογία.
-
Ποια από τις παρακάτω επιλογές ΔΕΝ συµβάλλει στο περιορισµό του συστηµατικού κινδύνου ενός μετοχικού χαρτοφυλακίου:
- α Η επένδυση σε προϊόντα σταθερού εισοδήµατος.
- β Η διακράτηση υψηλού ποσοστού διαθεσίµων στο χαρτοφυλάκιο.
- γ Η επιλογή µετοχών χαµηλού συστηµατικού κινδύνου.
- δ Η πώληση µετοχών που είναι υπερτιµηµένες.
Γιατί
Ο συστηματικός κίνδυνος δεν φεύγει με επιλογή μετοχών. Μειώνεται με ομόλογα, με ρευστά, ή με μετοχές χαμηλού βήτα, όχι με πώληση μιας υπερτιμημένης μετοχής.
-
Ποια από τις παρακάτω προτάσεις είναι σωστή σχετικά µε τη διαφοροποίηση χαρτοφυλακίου:
- α Σε καλά διαφοροποιηµένο χαρτοφυλάκιο, ο µη συστηματικός κίνδυνος µπορεί να µειωθεί ή να εξαλειφθεί.
- β Όσο µειώνεται, µέσω διαφοροποίησης, ο συνολικός κίνδυνος χαρτοφυλακίου, τόσο µειώνεται η προσδοκώµενη απόδοση.
- γ Όσο περισσότερο αυξάνεται ο αριθµός των µετοχών σε ένα χαρτοφυλάκιο, τόσο λιγότερο αυξάνεται ο συντελεστής β (beta).
- δ Τα οφέλη από τη µείωση κινδύνου µέσω διαφοροποίησης δεν µπορούν να πραγµατοποιηθούν σε χαρτοφυλάκιο µε λιγότερες από 30-35 µετοχές.
Γιατί
Η διαφοροποίηση σβήνει τον μη συστηματικό κίνδυνο, γιατί τα ειδικά γεγονότα αλληλοεξουδετερώνονται. Ο συστηματικός κίνδυνος μένει.
-
Ο επενδυτής Χ καλείται να επιλέξει μεταξύ δύο επενδύσεων: (α) την επένδυση Α με αναμενόμενη απόδοση 20% και τυπική απόκλιση 12, και (β) την επένδυση Β με απόδοση 20% και τυπική απόκλιση 16. Κατόπιν ανάλυσης του επενδυτικού του προφίλ και συζήτησης με τον σύμβουλό του επιλέγει την επένδυση Α. Τι είδους επενδυτής είναι ο Χ;
- α Αγαπά τον κίνδυνο (risk lover).
- β Αποστρέφεται τον κίνδυνο (risk averse).
- γ Ουδέτερος απέναντι στον κίνδυνο (risk neutral).
- δ Καμία από τις απαντήσεις δεν είναι σωστή.
Γιατί
Ίδια απόδοση, μικρότερη τυπική απόκλιση: ο επενδυτής διάλεξε τον λιγότερο κίνδυνο χωρίς να θυσιάσει απόδοση. Αυτό είναι αποστροφή προς τον κίνδυνο.
-
Ποια από τις παρακάτω προτάσεις είναι σωστή για έναν ορθολογικό επενδυτή;
- α Μεταξύ δύο αμοιβαίων κεφαλαίων επιλέγει πάντα αυτό με τη μεγαλύτερη απόδοση.
- β Mε τον ίδιο κίνδυνο επιλέγει το αμοιβαίο κεφάλαιο με τη μικρότερη απόδοση.
- γ Μεταξύ δύο αμοιβαίων κεφαλαίων με την ίδια απόδοση επιλέγει αυτό με τον μικρότερο κίνδυνο.
- δ Μεταξύ δύο αμοιβαίων κεφαλαίων επιλέγει πάντα αυτό με τον μικρότερο κίνδυνο.
Γιατί
Ο ορθολογικός επενδυτής μεγιστοποιεί την απόδοση για δεδομένο κίνδυνο, ή ελαχιστοποιεί τον κίνδυνο για δεδομένη απόδοση. Με ίδια απόδοση επιλέγει τον μικρότερο κίνδυνο.
-
Πότε μια αγορά αξιογράφων θεωρείται αποτελεσματική;
- α Όταν οι χρηματιστηριακές τιμές των αξιογράφων είναι, κατά προσέγγιση, ίσες με την πραγματική αξία τους καθώς και όταν ως πραγματική αξία των αξιογράφων εννοούμε την παρούσα αξία των αναμενόμενων από τα αξιόγραφα έσοδα.
- β Όταν ως πραγματική αξία των αξιογράφων εννοούμε τα αναμενόμενα μελλοντικά έσοδα από τα αξιόγραφα.
- γ Όταν οι χρηματιστηριακές τιμές των αξιογράφων είναι, κατά προσέγγιση, ίσες με την πραγματική αξία τους.
- δ Όταν ως πραγματική αξία των αξιογράφων εννοούμε την παρούσα αξία των αναμενόμενων από τα αξιόγραφα έσοδα.
Γιατί
Η αγορά είναι αποτελεσματική όταν οι τιμές πλησιάζουν την πραγματική αξία, δηλαδή την παρούσα αξία των αναμενόμενων εσόδων. Οι δύο προτάσεις συμπληρώνουν η μία την άλλη.
-
Τι οδηγεί στην αποτελεσματικότητα της αγοράς;
- α Η ύπαρξη σημαντικού αριθμού αναλυτών, με γνώσεις και καλή πληροφόρηση, σχετικά με τις προοπτικές των επιχειρήσεων.
- β Η ύπαρξη πολλών επενδυτών, καλά πληροφορημένων για τις προοπτικές των επιχειρήσεων στις οποίες επενδύουν, με στόχο τη μεγιστοποίηση της αξίας του χαρτοφυλακίου τους.
- γ Οι αποφάσεις των επενδυτών, οι σχετιζόμενες με την αγορά ή την πώληση αξιόγραφων, να βασίζονται στην πληροφόρησή τους από τους αναλυτές.
- δ Όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Η αποτελεσματικότητα γεννιέται από πολλούς ενημερωμένους επενδυτές, από πολλούς αναλυτές, και από αποφάσεις που στηρίζονται στην πληροφορία. Ο ανταγωνισμός τους ενσωματώνει τα νέα στις τιμές.
-
Η συσσωρευμένη αξία στο τέλος των δέκα ετών μιας αρχικής κατάθεσης ύψους 1.000 € είναι 1.340 €. Να βρεθεί το αντίστοιχο σταθερό ετήσιο αποτελεσματικό επιτόκιο.
Γιατί
Ζητάμε το επιτόκιο i ώστε 1.000 επί ένα συν i εις τη δέκατη να ισούται με 1.340. Άρα ένα συν i ίσον 1,34 εις το ένα δέκατο, δηλαδή περίπου 1,0297. Το επιτόκιο είναι περίπου τρία τοις εκατό.
Από τους πίνακες προκύπτει ότι i=3%.
-
Με τι σχετίζεται η "ανθεκτικότητα" (continuity) μιας αγοράς ;
- α Σχετίζεται με την ταχύτητα ροής των εντολών σε κάθε νέα τιμή που διαμορφώνεται.
- β Σχετίζεται με το γινόμενο του αριθμού των διαφόρων κατηγοριών τίτλων που γίνονται αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε μια αγορά, επί τις αντίστοιχες τιμές τους.
- γ Σχετίζεται με την αντοχή του Γενικού Δείκτη Τιμών.
- δ Καμία από τις απαντήσεις δεν είναι σωστή.
Γιατί
Η ανθεκτικότητα δείχνει πόσο γρήγορα φτάνουν νέες εντολές σε κάθε νέα τιμή. Μια ανθεκτική αγορά επανέρχεται γρήγορα μετά από μια μεγάλη πράξη.
-
Με τι έχει σχέση η "ομοιογένεια" (homogeneous) των περιουσιακών στοιχείων";
- α Με τα χαρακτηριστικά κινδύνου και απόδοσής τους.
- β Mε τις νέες εντολές που θα δεχθεί μια αγορά μόλις μεταβληθεί η τιμή ενός περιουσιακού στοιχείου.
- γ Mε την κεφαλαιοποίηση των επιχειρήσεων.
- δ Καμία από τις απαντήσεις δεν είναι σωστή.
Γιατί
Ομοιογενή είναι τα στοιχεία με ίδια χαρακτηριστικά κινδύνου και απόδοσης. Έτσι συγκρίνονται και τιμολογούνται μεταξύ τους.
-
Ο μη συστηματικός κίνδυνος …
- α συνδέεται με τον κίνδυνο της αγοράς.
- β μπορεί να μειωθεί ή ακόμα και να εξουδετερωθεί με διαφοροποίηση του χαρτοφυλακίου του επενδυτή.
- γ δεν μπορεί να ελεγχθεί.
- δ όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Ο μη συστηματικός κίνδυνος αφορά τη μεμονωμένη επιχείρηση. Η διασπορά τον μειώνει και μπορεί σχεδόν να τον εξαφανίσει.
-
Ο μη διαφοροποιήσιμος ή συστηματικός κίνδυνος...
- α αναφέρεται στις γενικές συνθήκες που επικρατούν στις κεφαλαιαγορές και τους παράγοντες που τις επηρεάζουν.
- β συνδέεται με το κίνδυνο της αγοράς.
- γ δεν μπορεί να μειωθεί ή ακόμα και να εξουδετερωθεί με τροποποίηση του χαρτοφυλακίου του επενδυτή.
- δ όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Ο συστηματικός κίνδυνος πηγάζει από τις γενικές συνθήκες της αγοράς. Βαραίνει όλους τους τίτλους μαζί, άρα η διασπορά δεν τον αγγίζει.
-
Η θεμελιώδης ανάλυση είναι μια μέθοδος επιλογής επενδυτικών τίτλων …
- α που στηρίζεται στην ανάλυση μόνο των μακροοικονομικών μεγεθών μιας οικονομίας και που στηρίζεται στη μελέτη της γενικής κατάστασης της οικονομίας μιας χώρας, των συνθηκών που επικρατούν στους διάφορους κλάδους της οικονομίας, της οικονομικής κατάστασης (ισολογισμοί) και της διοίκησης μιας επιχείρησης της οποίας ο τίτλος κρίνεται.
- β που στηρίζεται στην ανάλυση μόνο των μακροοικονομικών μεγεθών μιας οικονομίας.
- γ που στηρίζεται σε ανάλυση οικονομετρικών δεικτών.
- δ που στηρίζεται στη μελέτη της γενικής κατάστασης της οικονομίας μιας χώρας, των συνθηκών που επικρατούν στους διάφορους κλάδους της οικονομίας, της οικονομικής κατάστασης (ισολογισμοί) και της διοίκησης μιας επιχείρησης της οποίας ο τίτλος κρίνεται.
Γιατί
Η θεμελιώδης ανάλυση κατεβαίνει από την οικονομία στον κλάδο, και από εκεί στα οικονομικά στοιχεία και στη διοίκηση της επιχείρησης. Ψάχνει την πραγματική αξία πίσω από την τιμή.
-
Η πορεία του Χρηματιστηρίου επηρεάζεται από:
- α Τη γενική οικονομική και πολιτική κατάσταση της χώρας.
- β Από διάφορα σημαντικά διεθνή γεγονότα.
- γ Από τα θεσμικά πλαίσια του Χρηματιστηρίου και από την πληροφόρηση που υπάρχει.
- δ Όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Το χρηματιστήριο κινείται από την εγχώρια οικονομική και πολιτική κατάσταση, από τα διεθνή γεγονότα, και από το θεσμικό πλαίσιο με την ποιότητα της πληροφόρησης.
-
Στην ανάλυση του κλάδου της επιχείρησης για τη θεμελιώδη ανάλυση, εξετάζεται ο κλάδος όσον αφορά:
- α Τις προοπτικές του κλάδου στον οποίο ανήκει η επιχείρηση.
- β Τον ανταγωνισμό και το πόσο σημαντική είναι η συγκεκριμένη επιχείρηση μέσα στον κλάδο σχετικά με τον όγκο πωλήσεων και την τιμολογιακή πολιτική της.
- γ Τους κυριότερους παράγοντες που επηρεάζουν τη λειτουργία του.
- δ Όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Η ανάλυση κλάδου κοιτά τις προοπτικές του, τους παράγοντες που τον διαμορφώνουν, και τη θέση της επιχείρησης μέσα στον ανταγωνισμό.
-
Στα πλεονεκτήματα των συλλογικών επενδύσεων συγκαταλέγονται:
- α Η αποκλειστική διαχείριση των επενδύσεων από την πλευρά του επενδυτή.
- β Η διαχείριση των επενδύσεων από επιχειρήσεις διαχείρισης χαρτοφυλακίων.
- γ H διασπορά επενδύσεων και άρα η μείωση του αναλαμβανόμενου κινδύνου και η επαγγελματική διαχείριση.
- δ Η έλλειψη άμεσου ελέγχου της επένδυσης από την πλευρά του επενδυτή.
Γιατί
Η συλλογική επένδυση φέρνει διασπορά και επαγγελματική διαχείριση. Ο μικρός επενδυτής αποκτά πρόσβαση σε αγορές που μόνος του δεν θα κάλυπτε.
-
Στις Ανώνυμες Εταιρείες Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου (Α.Ε.Ε.Χ.) επιτρέπονται:
- α Οι επενδύσεις σε κινητές αξίες και μέσα χρηματαγοράς που διαπραγματεύονται ήδη ή εκδίδονται για πρώτη φορά με σκοπό τη διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά καθώς και οι επενδύσεις σε μερίδια Ο.Σ.Ε.Κ.Α. και οι επενδύσεις σε χρηματιστηριακά και υπό ορισμένες προϋποθέσεις σε εξωχρηματιστηριακά παράγωγα προϊόντα.
- β Οι επενδύσεις αποκλειστικά σε ομόλογα των κρατών-μελών της Ε.Ε.
- γ Οι επενδύσεις σε μερίδια Ο.Σ.Ε.Κ.Α. και οι επενδύσεις σε χρηματιστηριακά και υπό ορισμένες προϋποθέσεις σε εξωχρηματιστηριακά παράγωγα προϊόντα.
- δ Οι επενδύσεις σε κινητές αξίες και μέσα χρηματαγοράς που διαπραγματεύονται ήδη ή εκδίδονται για πρώτη φορά με σκοπό τη διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά.
Γιατί
Οι εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου επενδύουν σε κινητές αξίες και μέσα χρηματαγοράς, σε μερίδια συλλογικών οργανισμών, και σε παράγωγα, με όρους για τα εξωχρηματιστηριακά.
-
Ο μη συστηματικός (Unsystematic Risk) ή ειδικός κίνδυνος τοποθετήσεων σε εταιρικά ομόλογα ...
- α σχετίζεται με ειδικά χαρακτηριστικά του εκδότη, όπως η φερεγγυότητά του, η οποία μπορεί να μεταβάλλει την τιμή των τίτλων που έχει εκδώσει.
- β συνίσταται στην πιθανότητα μεταβολής των επιτοκίων, με συνέπεια τη μεταβολή της αξίας των τίτλων. Συνδέεται άμεσα με τίτλους κυμαινόμενου επιτοκίου.
- γ δημιουργείται από εξωγενείς παράγοντες που σχετίζονται με την κατάσταση της οικονομίας και πλήττει το σύνολο του χρηματοπιστωτικού τομέα (ή της οικονομίας γενικότερα).
- δ Καμία από τις απαντήσεις δεν είναι σωστή.
Γιατί
Ο ειδικός κίνδυνος ενός εταιρικού ομολόγου πηγάζει από τον ίδιο τον εκδότη, κυρίως από τη φερεγγυότητά του. Αφορά έναν τίτλο, όχι την αγορά.
-
Ο συστηματικός κίνδυνος (Systematic Risk) ή κίνδυνος αγοράς τοποθετήσεων σε εταιρικά ομόλογα …
- α συνίσταται στην πιθανότητα μεταβολής των επιτοκίων, με συνέπεια τη μεταβολή της αξίας των τίτλων. Συνδέεται άμεσα με τίτλους κυμαινόμενου επιτοκίου.
- β σχετίζεται με ειδικά χαρακτηριστικά του εκδότη, όπως η φερεγγυότητά του, η οποία μπορεί να μεταβάλλει την τιμή των τίτλων που έχει εκδώσει.
- γ δημιουργείται από εξωγενείς παράγοντες που σχετίζονται με την κατάσταση της οικονομίας και πλήττει το σύνολο του χρηματοπιστωτικού τομέα (ή της οικονομίας γενικότερα).
- δ Καμία από τις απαντήσεις δεν είναι σωστή.
Γιατί
Ο συστηματικός κίνδυνος πηγάζει από τις γενικές οικονομικές συνθήκες. Πλήττει όλο τον χρηματοπιστωτικό τομέα μαζί, ανεξάρτητα από τον εκδότη.
-
Ποια από τις παρακάτω προτάσεις ΔΕΝ είναι σωστή;
- α Ο συστημικός κίνδυνος αφορά στο σύνολο της αγοράς.
- β Ο συστημικός κίνδυνος αφορά στον εκδότη.
- γ Ο συστημικός κίνδυνος αφορά ολόκληρη κατηγορία προϊόντων που κυκλοφορούν στην αγορά.
- δ Ο μη συστημικός κίνδυνος αφορά στον εκδότη του προϊόντος.
Γιατί
Ο συστημικός κίνδυνος αφορά την αγορά ή μια ολόκληρη κατηγορία προϊόντων. Ο κίνδυνος του εκδότη είναι ο ειδικός, άρα η πρόταση είναι λανθασμένη.
-
Ο κίνδυνος του αντισυμβαλλόμενου είναι …
- α ο κίνδυνος που αφορά στην τιμή των μετοχών, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και σε ξένες οργανωμένες αγορές σε διαφορετικό νόμισμα.
- β ο κίνδυνος που σχετίζεται με τη δυνατότητα και την ταχύτητα εκτέλεσης μιας δοθείσης εντολής ρευστοποίησης.
- γ ο κίνδυνος να μην καταβάλει ο αντισυμβαλλόμενος το τίμημα της αγοράς των μετοχών ή στην αντίθετη περίπτωση τους μετοχικούς τίτλους.
- δ ο κίνδυνος που σχετίζεται με τη μεταβίβαση των μετοχών εντός ή εκτός χρηματιστηρίου και έχει να κάνει με την ισχύουσα φορολογική νομοθεσία.
Γιατί
Κίνδυνος αντισυμβαλλομένου είναι η πιθανότητα να μην παραδώσει το άλλο μέρος: ούτε τα χρήματα ούτε τους τίτλους. Ο διακανονισμός μέσω εκκαθαριστικού οίκου τον περιορίζει.
-
Η απόδοση και ο κίνδυνος έχουν…
- α καμία σχέση.
- β φθίνουσα σχέση.
- γ ευθεία σχέση.
- δ αντίστροφη σχέση.
Γιατί
Ο επενδυτής ζητά ανταμοιβή για τον κίνδυνο που αναλαμβάνει. Γι αυτό η αναμενόμενη απόδοση κινείται προς την ίδια κατεύθυνση με τον κίνδυνο.
-
Ο όγκος συναλλαγών μετρείται ως:
- α Ο σταθμικός μέσος των τεμαχίων με σταθμίσεις την κεφαλαιοποίηση.
- β Ο αριθμός των μετοχών που διακινήθηκαν σε μια ημέρα.
- γ Η αξία των μετοχών που διακινήθηκαν εντός μιας ημέρας.
- δ Όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Ο όγκος μετρά τεμάχια, δηλαδή τον αριθμό των μετοχών που άλλαξαν χέρια σε μια ημέρα. Η αξία των πράξεων είναι άλλο μέγεθος.
-
Ποια από τις παρακάτω επενδύσεις ΔΕΝ θεωρείται επένδυση µικρής εµπορευσιµότητας;
- α Διαµάντια.
- β Κέρµατα.
- γ Έργα τέχνης.
- δ Οµόλογα.
Γιατί
Τα ομόλογα διαπραγματεύονται σε οργανωμένες αγορές με βάθος. Τα έργα τέχνης, τα κέρματα και τα διαμάντια χρειάζονται αγοραστή που ψάχνεται.
-
Επιλέξετε την πρόταση που ανταποκρίνεται καλύτερα στην περίπτωση διενέργειας αντισταθμιστικής κερδοσκοπίας (Arbitrage):
- α Αγορά µετοχής σε µια κεφαλαιαγορά και σχεδόν ταυτόχρονη κερδοφόρα πώληση της ίδιας µετοχής σε άλλη αγορά.
- β Αγορά µετατρέψιµου εταιρικού οµολόγου και πώλησή του την επόµενη ηµέρα.
- γ Πώληση µετατρέψιµου οµολόγου σε µια αγορά και σχεδόν ταυτόχρονη αγορά του στην ίδια αγορά.
- δ Αγορά µετατρέψιµου οµολόγου σε µια αγορά και σχεδόν ταυτόχρονη κερδοφόρα µετατροπή του σε άλλη αγορά.
Γιατί
Arbitrage είναι η ταυτόχρονη αγορά και πώληση του ίδιου στοιχείου σε δύο αγορές με διαφορετική τιμή. Το κέρδος είναι η διαφορά, χωρίς έκθεση στην αγορά.
-
Πώς υπολογίζεται το bid offer spread όταν ανοίγει μια θέση (κόστος συναλλαγής);
- α bid offer spread = 1 - (τιμή εξαγοράς δια (÷) την τιμή διάθεσης).
- β bid offer spread = τιμή εξαγοράς δια (÷) τιμή διάθεσης.
- γ Με γραπτή επιστολή από την ασφαλιστική επιχείρηση.
- δ Αναγράφεται καθημερινά στον ημερήσιο οικονομικό Τύπο.
Γιατί
Το άνοιγμα της θέσης κοστίζει τη διαφορά ανάμεσα στην τιμή διάθεσης και στην τιμή εξαγοράς. Ποσοστιαία, είναι ένα μείον το πηλίκο της τιμής εξαγοράς προς την τιμή διάθεσης.
-
Ποια από τα παρακάτω ερωτήματα ΔΕΝ απαντά η τεχνική του profit testing;
- α Πότε θα εμφανίσει κέρδη το συγκεκριμένο ασφαλιστικό προϊόν.
- β Τον μέγιστο αριθμό ασφαλισμένων που επιτρέπεται να συμμετέχουν στο προϊόν.
- γ Πόσο κερδοφόρο είναι το προϊόν για την ασφαλιστική επιχείρηση.
- δ Επηρεάζει το προϊόν άλλα τμήματα του χαρτοφυλακίου της ασφαλιστικής επιχείρησης.
Γιατί
Το profit testing απαντά αν, πότε και πόσο κερδίζει ένα προϊόν, και πώς επηρεάζει το υπόλοιπο χαρτοφυλάκιο. Δεν ορίζει ανώτατο αριθμό ασφαλισμένων.
-
Η διαφορά των τιμών διάθεσης και εξαγοράς των μεριδίων…
- α προστίθεται στην τελική απόδοση που θα εισπράξει ο πελάτης.
- β προσθέτει αξία στα μερίδια του ασφαλισμένου.
- γ εισπράττεται υπέρ του Δημοσίου.
- δ αποτελεί ουσιαστικά έσοδο της ασφαλιστικής επιχείρησης.
Γιατί
Η διαφορά τιμής διάθεσης και εξαγοράς μένει στην ασφαλιστική επιχείρηση. Είναι έσοδο για εκείνη, και κόστος για τον ασφαλισμένο.
-
Ποιο από τα παρακάτω είναι ορθό;
- α Η εσωτερική αξία της μετοχής προς την τρέχουσα τιμή είναι ίση με την τιμή προς κέρδη ανά μετοχή (Ρ/Ε).
- β Η μερισματική απόδοση μιας μετοχής δεν εξαρτάται από το μέρισμα.
- γ Η εσωτερική αξία μιας μετοχής είναι ίση με τη χρηματιστηριακή αξία της.
- δ Η μερισματική απόδοση μιας μετοχής εξαρτάται από την τιμή της μετοχής.
Γιατί
Η μερισματική απόδοση είναι το μέρισμα δια την τιμή της μετοχής. Άρα εξαρτάται και από το μέρισμα και από την τιμή.
-
Μια μετοχή κάνει split, αυτό σημαίνει:
- α Το μετοχικό κεφάλαιο παραμένει αμετάβλητο και ο αριθμός των μετοχών θα αυξηθεί.
- β Η ονομαστική τιμή της μετοχής θα αυξηθεί.
- γ Ο αριθμός των μετοχών θα αυξηθεί.
- δ Το μετοχικό κεφάλαιο παραμένει αμετάβλητο.
Γιατί
Στο split το μετοχικό κεφάλαιο μένει ίδιο, ενώ οι μετοχές πληθαίνουν και η ονομαστική τους αξία μικραίνει. Η αξία της συμμετοχής δεν αλλάζει.
-
Μια μετοχή κάνει reverse split, αυτό σημαίνει:
- α Η ονομαστική τιμή θα αυξηθεί.
- β Το μετοχικό κεφάλαιο θα μεταβληθεί.
- γ Ο αριθμός των μετοχών θα αυξηθεί.
- δ Το μετοχικό κεφάλαιο θα μεταβληθεί και ο αριθμός των μετοχών θα αυξηθεί.
Γιατί
Στο reverse split οι μετοχές λιγοστεύουν και η ονομαστική τιμή ανεβαίνει. Το μετοχικό κεφάλαιο μένει ίδιο.
-
Επενδυτικές στρατηγικές όπως short selling και μόχλευση χρησιμοποιούνται σε μεγάλο βαθμό από:
- α Εκδότες ομολόγων.
- β Ασφαλιστικά ταμεία.
- γ Διαχειριστές αντισταθμιστικών ταμείων (Hedge Funds).
- δ Διαχειριστές αμοιβαίων κεφαλαίων.
Γιατί
Οι ανοικτές πωλήσεις και η μόχλευση είναι εργαλεία των αντισταθμιστικών ταμείων. Τα αμοιβαία κεφάλαια και τα ασφαλιστικά ταμεία λειτουργούν με αυστηρότερους περιορισμούς.
-
Συντηρητικός επενδυτής που ενδιαφέρεται για επενδύσεις χαμηλού ρίσκου με μεγάλη εμπορευσιμότητα, σε ποιο από τα παρακάτω προϊόντα έχει λιγότερες πιθανότητες να επενδύσει;
- α Αμοιβαίο κεφάλαιο που επενδύει σε διαθέσιμα και ομόλογα επιχειρήσεων με αξιολόγηση καλύτερη από ΒΒΒ.
- β Μετοχή της Apple.
- γ Αντισταθμιστικό ταμείο (Hedge Fund) που επενδύει σε αναδυόμενες αγορές.
- δ Ομόλογο Γερμανικού Δημοσίου αξιολόγησης ΑΑΑ και λήξη σε 1 έτος.
Γιατί
Το αντισταθμιστικό ταμείο σε αναδυόμενες αγορές συνδυάζει μόχλευση, μεταβλητότητα και δύσκολη ρευστοποίηση. Ο συντηρητικός επενδυτής το αποφεύγει.
-
Οι τρεις χαρακτηριστικοί δείκτες που εξάγονται από τη διαδικασία του profit testing είναι:
- α Return on assets, Return on Εquity, Internal Rate of Return.
- β Net Present Value, Price to Εarnings, Return on Εquity.
- γ FTSE 20, S&P.
- δ Net Present Value, Profit Margin, Internal Rate of Return.
Γιατί
Το profit testing βγάζει τρία μεγέθη: καθαρή παρούσα αξία, περιθώριο κέρδους, και εσωτερικό βαθμό απόδοσης. Δείχνουν πόσο, πότε και με τι ένταση κερδίζει το προϊόν.
-
Πώς επιβάλλεται ο φόρος επί των τόκων σε κινητές αξίες κατά την εξαργύρωση των τοκομεριδίων (ν. 4110/2013, άρθρο 2);
- α Ο εισπράξας την αξία των τοκομεριδίων φροντίζει για την απόδοση του φόρου εντός 15 ημερών από την είσπραξη των τόκων.
- β Τα προϊόντα αυτά είναι αφορολόγητα.
- γ Οι τόκοι υπολογίζονται στην ετήσια δήλωση φόρου εισοδήματος, οπότε και φορολογούνται.
- δ Ο φόρος παρακρατείται από εκείνον που καταβάλλει τους τόκους κατά την εξαργύρωση των τοκομεριδίων.
Γιατί
Ο φόρος επί των τόκων παρακρατείται στην πηγή, από εκείνον που καταβάλλει τους τόκους. Ο επενδυτής εισπράττει καθαρό ποσό.
-
Ανάλογα με το αποτέλεσμα που προέκυψε από το επενδυτικό προφίλ του πελάτη (π.χ. συντηρητικός ή επιθετικός), κατά την πώληση …
- α αν κρίνεται ότι το προϊόν δεν ταιριάζει στον πελάτη, του προτείνουμε το κατάλληλο προϊόν για αυτόν εξηγώντας του τους λόγους της νέας πρότασης.
- β το προφίλ του πελάτη δεν επηρεάζει τη διαδικασία πώλησης.
- γ ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα προχωρούμε στη σύναψη του συμβολαίου.
- δ προτείνουμε στον πελάτη την αναβολή της σύναψης του συμβολαίου έως ότου αλλάξουν κάποια από τα χαρακτηριστικά του προφίλ του.
Γιατί
Αν το προϊόν δεν ταιριάζει στο προφίλ, δεν πωλείται. Ο διαμεσολαβητής προτείνει το κατάλληλο προϊόν και εξηγεί γιατί άλλαξε η πρόταση.
-
Πώς υπολογίζεται η αμοιβή διαχείρισης (management fee) των επενδύσεων;
- α Ως σταθερό εφάπαξ ποσό κατά τη συμμετοχή του πελάτη στο προϊόν.
- β Ως σταθερό εφάπαξ ποσό στο τέλος κάθε διαχειριστικής χρήσης.
- γ Ως ποσοστό επί του ενεργητικού του κεφαλαίου (δηλ. του συνολικού υπό διαχείριση κεφαλαίου) και αφαιρείται σε ημερήσια βάση κατά τη διαδικασία της αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων του κεφαλαίου.
- δ Ως ποσοστό επί του ποσού επένδυσης του πελάτη.
Γιατί
Η αμοιβή διαχείρισης είναι ποσοστό επί του ενεργητικού, και αφαιρείται καθημερινά κατά την αποτίμηση. Γι αυτό δεν φαίνεται ως χωριστή χρέωση.
-
………………………… ενός πελάτη αφορούν στη σχέση μεταξύ επιθυμητών αποδόσεων και ύψους ανεκτού κινδύνου.
- α Οι επενδυτικοί περιορισμοί.
- β Οι επενδυτικές πολιτικές.
- γ Οι επενδυτικοί στόχοι.
- δ Όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Οι επενδυτικοί στόχοι ορίζουν τη σχέση επιθυμητής απόδοσης και ανεκτού κινδύνου. Οι περιορισμοί και η πολιτική έρχονται μετά.
-
Τι είναι το quotation/quote;
- α Ο προσδιορισμός του μέσου ασφαλίστρου της αγοράς για όλα τα unit-linked προϊόντα.
- β Η διαδικασία επιλογής του μοντέλου παρακολούθησης της πορείας του προϊόντος.
- γ H ιδανική τιμή που προσφέρει ο πωλητής ενός προϊόντος ή υπηρεσίας σε έναν πιθανό αγοραστή.
- δ Όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Quotation είναι η τιμή που προτείνει ο πωλητής σε πιθανό αγοραστή. Είναι πρόταση, όχι οριστική συμφωνία.
-
Η τιμή ενός χρεωστικού τίτλου είναι ίση με:
- α Τον συντελεστή εσωτερικής απόδοσης της ονομαστικής του τιμής.
- β Την καθαρή παρούσα αξία των χρηματικών του ροών.
- γ Το άθροισμα των παρουσών αξιών των χρηματικών του ροών.
- δ Καμία από τις απαντήσεις δεν είναι σωστή.
Γιατί
Η τιμή ενός χρεωστικού τίτλου είναι το άθροισμα των παρουσών αξιών όλων των μελλοντικών ροών του. Κάθε ροή προεξοφλείται με το κατάλληλο επιτόκιο.
-
Σε περίπτωση πτώσης του πληθωρισμού, η απόδοση επένδυσης σταθερού εισοδήματος:
- α Θα μειωθεί.
- β Θα έχει απότομες και διαδοχικές ανοδικές και καθοδικές διακυμάνσεις.
- γ Θα αυξηθεί.
- δ Δεν θα επηρεαστεί.
Γιατί
Η ονομαστική απόδοση μένει σταθερή, ενώ ο πληθωρισμός πέφτει. Η πραγματική απόδοση, δηλαδή η αγοραστική δύναμη, μεγαλώνει.
-
Για τα ομόλογα μηδενικού τοκομεριδίου (zero coupon bonds) ισχύει ότι:
- α Εμπορεύονται συνήθως υπέρ το άρτιο.
- β Καλύπτουν στον επενδυτή μόνο την αύξηση του πληθωρισμού.
- γ Η τιμή τους προσεγγίζει την ονομαστική αξία τους όσο πλησιάζουν προς τη λήξη.
- δ Η τιμή τους δεν μεταβάλλεται με τη μεταβολή των επιτοκίων στην αγορά.
Γιατί
Το ομόλογο μηδενικού τοκομεριδίου πωλείται υπό το άρτιο και δεν πληρώνει τόκους. Όσο πλησιάζει η λήξη, η τιμή του ανεβαίνει προς την ονομαστική αξία.
-
Ένα ομόλογο θεωρείται ότι αποκτάται σε τιμή υπό το άρτιο όταν:
- α Το επιτόκιο που καταβάλλεται στον επενδυτή είναι μικρότερο από το αντίστοιχο της διατραπεζικής αγοράς.
- β Η ονομαστική τιμή είναι υψηλότερη από αυτήν που καταβάλλει ο επενδυτής κατά την αγορά του.
- γ Το επιτόκιο που καταβάλλεται στον επενδυτή είναι μεγαλύτερο από το αντίστοιχο της διατραπεζικής αγοράς.
- δ Η ονομαστική αξία είναι χαμηλότερη από αυτήν που καταβάλλει ο επενδυτής κατά την αγορά του.
Γιατί
Υπό το άρτιο σημαίνει τιμή αγοράς χαμηλότερη από την ονομαστική. Το κέρδος του επενδυτή περιλαμβάνει και αυτή τη διαφορά.
-
Έστω ένα ομόλογο με τοκομερίδιο 10% και με απόδοση στη λήξη 8%. Αν η απόδοση στη λήξη του ομολόγου παραμένει σταθερή, πώς θα είναι η τιμή του ομολόγου μετά από 1 χρόνο;
- α Αμετάβλητη.
- β Υψηλότερη.
- γ Μικρότερη.
- δ Καμία από τις απαντήσεις δεν είναι σωστή.
Γιατί
Κουπόνι δέκα τοις εκατό με απόδοση οκτώ τοις εκατό σημαίνει τιμή πάνω από το άρτιο. Όσο πλησιάζει η λήξη, η τιμή κατεβαίνει προς την ονομαστική αξία, άρα μετά από έναν χρόνο είναι μικρότερη.
-
Το ασφάλιστρο κινδύνου (risk premium) μιας μετοχής:
- α Είναι το άθροισμα κεφαλαιακού κέρδους της μετοχής και μερισματικής απόδοσης της μετοχής.
- β Είναι η διαφορά μεταξύ απαιτούμενης απόδοσης της μετοχής και της απόδοσης ενός διαφοροποιημένου χαρτοφυλακίου.
- γ Είναι η διαφορά μεταξύ κεφαλαιακού κέρδους της μετοχής και μερισματικής απόδοσης της μετοχής.
- δ Είναι η διαφορά μεταξύ απαιτούμενης απόδοσης της μετοχής και της απόδοσης στοιχείου χωρίς κίνδυνο.
Γιατί
Το ασφάλιστρο κινδύνου μιας μετοχής είναι η απαιτούμενη απόδοσή της μείον την απόδοση του στοιχείου χωρίς κίνδυνο. Είναι η ανταμοιβή για τον κίνδυνο.
-
Ο συντελεστής/δείκτης β (beta) μιας μετοχής μπορεί να περιγραφεί ως μέγεθος μέτρησης:
- α Του συνδυασμού του επιχειρηματικού κινδύνου, κινδύνου ρευστότητας και του λειτουργικού κινδύνου μετοχής.
- β Της ευαισθησίας της απόδοσης της μετοχής σε σχέση προς την απόδοση της αγοράς.
- γ Της ευαισθησίας της απόδοσης της μετοχής σε σχέση προς τη μεταβολή του επιτοκίου.
- δ Της απόδοσης που προκύπτει από την επένδυση στη μετοχή σε σχέση προς τον κίνδυνο της απόδοσής της.
Γιατί
Ο συντελεστής βήτα μετρά πόσο κινείται η απόδοση της μετοχής όταν κινείται η απόδοση της αγοράς. Είναι σχετικό μέγεθος, όχι απόλυτο.
-
Η συναλλαγματική ισοτιμία του δολαρίου Η.Π.Α. ως προς το ευρώ στο Λονδίνο είναι €/$ 1,2585, ενώ η συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ ως προς το δολάριο στη Νέα Υόρκη είναι $/€ 0,8945. Υπάρχει η δυνατότητα arbitrage μεταξύ των δύο αγορών;
- α Εξαρτάται από τον βαθμό αποτελεσματικότητας της αγγλικής και της αμερικανικής κεφαλαιαγοράς.
- β Δεν υπάρχει.
- γ Δεν υπάρχουν αρκετές πληροφορίες για να δοθεί απάντηση.
- δ Ναι, υπάρχει.
Γιατί
Στο Λονδίνο το ευρώ δίνει 1,2585 δολάρια, άρα το δολάριο αξίζει 0,7946 ευρώ. Στη Νέα Υόρκη το δολάριο δίνει 0,8945 ευρώ. Οι δύο τιμές διαφέρουν, άρα υπάρχει περιθώριο arbitrage.
-
Ποια είναι η προσδοκώμενη απόδοση επένδυσης με συντελεστή/δείκτη β (beta ) ίσο με το μηδέν:
- α Η απόδοση του επιτοκίου χωρίς κίνδυνο.
- β Η μηδενική απόδοση.
- γ Η αρνητική απόδοση.
- δ Η απόδοσης της αγοράς.
Γιατί
Βήτα μηδέν σημαίνει καμία ευαισθησία στην αγορά. Η αναμενόμενη απόδοση είναι εκείνη του στοιχείου χωρίς κίνδυνο.
-
Το μέσο σταθμικό κόστος κεφαλαίου μιας εταιρείας ορίζεται ως…
- α Η απόδοση που απαιτούν οι τράπεζες για τη χορήγηση κεφαλαίων προς την εταιρεία.
- β Η μέση απόδοση που απαιτούν οι μέτοχοι και οι ομολογιούχοι, για να χρηματοδοτήσουν τις επενδύσεις της εταιρείας.
- γ Η ελάχιστη απόδοση που πρέπει να επιτύχουν τα επενδυμένα κεφάλαια της εταιρείας, για να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις των μετόχων και των ομολογιούχων.
- δ Η απόδοση που απαιτούν οι μέτοχοι ως ανταμοιβή για τη χρησιμοποίηση των κεφαλαίων τους από την εταιρεία.
Γιατί
Το μέσο σταθμικό κόστος κεφαλαίου είναι η ελάχιστη απόδοση που πρέπει να βγάλουν τα επενδυμένα κεφάλαια, ώστε να ικανοποιηθούν μέτοχοι και ομολογιούχοι μαζί.
-
Ποια από τα παρακάτω είναι πλεονεκτήματα της καθαράς παρούσας αξίας (Κ.Π.Α.);
- α Ικανοποιεί την αρχή της προστιθέμενης αξίας.
- β Οι χρηματοροές προεξοφλούνται με το κατάλληλο, καθορισμένο από την αγορά κόστος ευκαιρίας του κεφαλαίου προκειμένου οι παρούσες αξίες των χρηματοροών να προσδιοριστούν με ακρίβεια.
- γ Άμεση σύνδεση μεταξύ του πλούτου των μετόχων και της Κ.Π.Α.
- δ Όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Η καθαρή παρούσα αξία προεξοφλεί με το κόστος ευκαιρίας, προσθέτει αξία από έργο σε έργο, και συνδέεται άμεσα με τον πλούτο των μετόχων.
-
Ως Παρούσα Αξία (Present Value - PV) μιας επένδυσης εννοούμε…
- α Την απόδοση που αναμένεται από την υπό αξιολόγηση επένδυση.
- β Το ποσό των χρημάτων που πρέπει να καταβάλουμε για την αγορά του επενδυτικού στοιχείου.
- γ Το μέγιστο ποσό, το οποίο ο επενδυτής θα έπρεπε να επενδύσει την τρέχουσα χρονική στιγμή, για να αναπαραγάγει τις Καθαρές Ταμειακές Ροές της επένδυσης.
- δ Τον αριθμό των ετών που απαιτούνται για την ανάκτηση του αρχικού κεφαλαίου από τις Καθαρές Ταμειακές Ροές της επένδυσης.
Γιατί
Παρούσα αξία είναι το μέγιστο ποσό που αξίζει να επενδυθεί σήμερα, ώστε να αναπαραχθούν οι μελλοντικές καθαρές ταμειακές ροές. Ο χρόνος και το επιτόκιο τη διαμορφώνουν.
-
Η εσωτερική απόδοση (Internal Rate of Return - IRR) μιας επένδυσης είναι:
- α Το επιτόκιο που μεγιστοποιεί την καθαρή παρούσα αξίας της επένδυσης.
- β Η ελάχιστη απόδοση που απαιτούν οι χρηματοδότες της εταιρείας από τις επενδύσεις της.
- γ Το επιτόκιο που εξισώνει τη σημερινή αξία της επένδυσης με το κόστος υλοποίησής της.
- δ Το ποσό που θα αυξηθεί η αξία της επιχείρησης.
Γιατί
Ο εσωτερικός βαθμός απόδοσης είναι το επιτόκιο που μηδενίζει την καθαρή παρούσα αξία. Εξισώνει τη σημερινή αξία των ροών με το κόστος της επένδυσης.
-
Η μόνη διαρθρωτική διαφορά μεταξύ των μεθόδων της Καθαρής Παρούσας Αξίας και της Εσωτερικής Απόδοσης εντοπίζεται:
- α Στον υπολογισμό των καθαρών ταμειακών ροών μιας επένδυσης.
- β Στα επιτόκια προεξόφλησης που χρησιμοποιούνται στη διαδικασία υπολογισμού σε κάθε μέθοδο.
- γ Στην αντιμετώπιση της χρονικής διάρθρωσης των καθαρών ταμειακών ροών μιας επένδυσης.
- δ Στον υπολογισμό του κόστους υλοποίησης μιας επένδυσης.
Γιατί
Και οι δύο μέθοδοι δουλεύουν με τις ίδιες ταμειακές ροές. Διαφέρουν στο επιτόκιο προεξόφλησης: η μία χρησιμοποιεί το κόστος κεφαλαίου, η άλλη ψάχνει το επιτόκιο που μηδενίζει την αξία.
-
Ποια από τα παρακάτω καθιστούν την Εσωτερική Απόδοση μη αξιόπιστο κριτήριο έναντι της Καθαρής Παρούσας Αξίας κατά την αξιολόγηση αμοιβαία αποκλειόμενων επενδύσεων:
- α Διαφορετική χρονική διάρθρωση των καθαρών ταμειακών ροών.
- β Διαφορετικό ύψος επενδυμένου κεφαλαίου.
- γ Πολλαπλοί συντελεστές εσωτερικής απόδοσης.
- δ Όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Η εσωτερική απόδοση παραπλανά όταν υπάρχουν πολλαπλές λύσεις, διαφορετική χρονική διάρθρωση ροών, ή διαφορετικό μέγεθος επένδυσης. Η καθαρή παρούσα αξία μένει αξιόπιστη.
-
Ποιο από τα παρακάτω είναι σωστά σχετικά με τον Δείκτη Κερδοφορίας;
- α Χρησιμοποιείται όταν η επιχείρηση έχει περιορισμένα αρχικά κεφάλαια (capital rationing) για να κάνει επενδύσεις και μπορεί να επιλέξει μεταξύ συνδυασμών ανεξάρτητων επενδύσεων.
- β Εξετάζει ποιος επενδυτικός συνδυασμός της δίνει τον μεγαλύτερο Δ.Κ.
- γ Μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην περίπτωση των αμοιβαίως αποκλειόμενων επενδύσεων με ίδια διάρκεια ζωής, ίδια κλίμακα και ίδιο κίνδυνο.
- δ Όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Ο δείκτης κερδοφορίας βοηθά όταν τα κεφάλαια είναι περιορισμένα, επιλέγει τον καλύτερο συνδυασμό έργων, και συγκρίνει αποκλειόμενα έργα ίδιας κλίμακας, διάρκειας και κινδύνου.
-
Ένα από τα μειονεκτήματα της περιόδου επανείσπραξης κεφαλαίου είναι ότι:
- α Δεν προεξοφλεί κατάλληλα τις χρηματοροές.
- β Δεν καταφέρνει να συνυπολογίσει όλες τις μελλοντικές χρηματοροές που αποφέρει ένα επενδυτικό σχέδιο στην επιχείρηση.
- γ Για δύο διαφορετικά επενδυτικά σχέδια, αν η περίοδος είσπραξης κεφαλαίου είναι η ίδια, τότε η επιχείρηση θα ήταν αδιάφορη μεταξύ των δύο σχεδίων.
- δ Όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Η περίοδος επανείσπραξης αγνοεί τις ροές μετά την ανάκτηση, δεν προεξοφλεί σωστά τον χρόνο, και εξισώνει έργα με ίδια περίοδο αλλά διαφορετική αξία.
-
Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, επενδύουν όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία σύμφωνα με ...
- α την αρχή συσχέτισης εσόδων και εξόδων.
- β αποκλειστικό γνώμονα τη μεγιστοποίηση του κέρδους.
- γ την αρχή της αναλογικότητας.
- δ την αρχή του συνετού επενδυτή.
Γιατί
Η αρχή του συνετού επενδυτή διέπει κάθε τοποθέτηση της ασφαλιστικής επιχείρησης. Ζητά σύνεση, όχι μεγιστοποίηση της απόδοσης με κάθε κόστος.
-
Αναφορικά με το σύνολο του χαρτοφυλακίου των περιουσιακών τους στοιχείων, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις επενδύουν μόνο σε περιουσιακά στοιχεία και τίτλους...
- α τους κινδύνους των οποίων είναι δυνατόν επαρκώς να εντοπίζουν, μετρούν, παρακολουθούν, διαχειρίζονται, ελέγχουν και αναφέρουν, καθώς και να λαμβάνουν κατάλληλα υπόψη στην αξιολόγηση των συνολικών αναγκών φερεγγυότητάς τους σύμφωνα με το ιδιαίτερο προφίλ και τα εγκεκριμένα όρια ανοχής του κινδύνου, καθώς και την επιχειρηματική στρατηγική της επιχείρησης.
- β των κατηγοριών Ο.Σ.Ε.Κ.Α. που αποφασίζει η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, σε συνδυασμό με την επενδυτική πολιτική της ασφαλιστικής επιχείρησης.
- γ καταθέσεων σε πιστωτικά ιδρύματα.
- δ με γνώμονα τις απαιτήσεις στις οποίες οφείλουν να ανταποκρίνονται οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων που διασφαλίζουν ότι οι εν λόγω ασφαλιστικές επιχειρήσεις διατηρούν καθαρή οικονομική συμμετοχή στο πρόγραμμα τιτλοποίησης όχι κατώτερη του πέντε τοις εκατό (5%).
Γιατί
Η επιχείρηση επενδύει μόνο σε στοιχεία των οποίων τους κινδύνους μπορεί να εντοπίζει, να μετρά και να ελέγχει. Ό,τι δεν κατανοεί, δεν το αγοράζει.
-
Όσον αφορά στο σύνολο των περιουσιακών στοιχείων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, ιδίως δε εκείνα που καλύπτουν την Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση και την Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας, επενδύονται...
- α με τρόπο που να μεγιστοποιείται η κερδοφορία του χαρτοφυλακίου ως συνόλου.
- β με τρόπο που να εγγυάται την ασφάλεια, την ποιότητα, τη ρευστότητα και την κερδοφορία χαρτοφυλακίου ως συνόλου.
- γ με τρόπο που να καλύπτεται, τουλάχιστον, η ελάχιστη εγγυημένη απόδοση που υφίσταται στα επενδυτικά προϊόντα.
- δ με τρόπο που να είναι σύμφωνος με το πενταετές επενδυτικό πρόγραμμα της ασφαλιστικής επιχείρησης.
Γιατί
Το χαρτοφυλάκιο ως σύνολο πρέπει να εγγυάται ασφάλεια, ποιότητα, ρευστότητα και κερδοφορία. Η σειρά των λέξεων δείχνει και τη σειρά προτεραιότητας.
-
Το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, επενδύονται…
- α με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ασφαλιστικής επιχείρησης, στο πιο επικερδές χρηματοπιστωτικό μέσο.
- β σε τόπο και με τρόπο ώστε να διασφαλίζεται διαρκώς η διαθεσιμότητά τους.
- γ σε τόπο και με τρόπο ώστε να επιμερίζεται ο κίνδυνος σε συνδυασμό με την απόδοσή τους.
- δ σε τόπο και με τρόπο που να είναι εξασφαλισμένη η επένδυση.
Γιατί
Τα περιουσιακά στοιχεία τοποθετούνται σε τόπο και με τρόπο που κρατά τη διαθεσιμότητά τους. Η υποχρέωση μπορεί να ωριμάσει ανά πάσα στιγμή.
-
Πώς επενδύονται, τα περιουσιακά στοιχεία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, που προορίζονται για την κάλυψη των τεχνικών προβλέψεων;
- α Ανεξαρτήτως των άλλων αρχών που προβλέπονται στο σχετικό άρθρο της Οδηγίας, και με τρόπο κατάλληλο προς το γνωστοποιημένο σκοπό της ασφαλιστικής σύμβασης.
- β Επιπλέον των άλλων αρχών που προβλέπονται στο σχετικό άρθρο της Οδηγίας, και με τρόπο κατάλληλο προς τη μεγιστοποίηση της επένδυσης.
- γ Επιπλέον των άλλων αρχών που προβλέπονται στο σχετικό άρθρο της Οδηγίας, και με τρόπο κατάλληλο προς τη φύση και την οικονομική μέση διάρκεια (duration) των ασφαλιστικών υποχρεώσεων.
- δ Ανεξαρτήτως των άλλων αρχών που προβλέπονται στο σχετικό άρθρο της Οδηγίας, και με τρόπο κατάλληλο προς τη φύση και την οικονομική μέση διάρκεια (duration) των ασφαλιστικών υποχρεώσεων.
Γιατί
Τα στοιχεία που καλύπτουν τεχνικές προβλέψεις ταιριάζουν στη φύση και στη μέση διάρκεια των ασφαλιστικών υποχρεώσεων. Η αντιστοίχιση αυτή προστίθεται στις άλλες αρχές.
-
Όταν οι παροχές που προβλέπονται από μια ασφαλιστική σύμβαση ζωής, συνδέονται άμεσα με δείκτη μετοχών ή κάποια άλλη αξία αναφοράς (εκτός από εκείνες που συνδέονται άμεσα με την αξία μεριδίων σε κάποιον Ο.Σ.Ε.Κ.Α. ή με την αξία περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται σε κάποιο εσωτερικό κεφάλαιο που τηρείται απο τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις), οι τεχνικές προβλέψεις σε σχέση με τις παροχές αυτές πρέπει...
- α να περιγράφονται αναλυτικά σε ειδικό σημείωμα τεχνικών προβλέψεων το οποίο παραδίδεται προς έγκριση στην Εποπτική Αρχή.
- β να περιγράφονται στην επενδυτική στρατηγική της ασφαλιστικής επιχείρησης ή, στην περίπτωση που δεν έχουν καθορισθεί μερίδια, από περιουσιακά στοιχεία κατάλληλης εξασφάλισης και εμπορευσιμότητας που η ασφαλιστική επιχείρηση θεωρεί ότι θα μεγιστοποιήσει την απόδοση των επενδύσεων.
- γ να αντικρίζονται από τα μερίδια που προορίζονται να αντιπροσωπεύουν την αξία αναφοράς ή, στην περίπτωση που δεν έχουν καθορισθεί μερίδια, από περιουσιακά στοιχεία κατάλληλης εξασφάλισης και εμπορευσιμότητας που αντιστοιχούν κατά το μέγιστο δυνατόν με εκείνα στα οποία βασίζεται η συγκεκριμένη αξία αναφοράς.
- δ να αντικρίζονται από τα μερίδια που προορίζονται να αντιπροσωπεύουν την αξία αναφοράς ή, στην περίπτωση που δεν έχουν καθορισθεί μερίδια, από περιουσιακά στοιχεία ανεξαρτήτως εξασφάλισης και εμπορευσιμότητας που σκοπεύουν κατά το μέγιστο δυνατόν να αυξήσουν την απόδοση του επενδυτικού σκέλους της ασφάλισης ζωής.
Γιατί
Οι τεχνικές προβλέψεις αντικρίζονται από τα μερίδια της αξίας αναφοράς. Χωρίς μερίδια, χρησιμοποιούνται στοιχεία κατάλληλης εξασφάλισης και εμπορευσιμότητας, όσο πιο κοντά γίνεται στην αξία αναφοράς.
-
Ποιος είναι ένας από τους κύριους γνώμονες επένδυσης των περιουσιακών στοιχείων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που προορίζονται για την κάλυψη των τεχνικών προβλέψεων;
- α Το συμφέρον όλων των αντισυμβαλλομένων και δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση, αναξαρτήτως του σκοπού της ασφαλιστικής σύμβασης.
- β Η διασπορά του επενδυτικού κινδύνου των περιουσιακών στοιχείων, λαμβανομένης υπόψη της επενδυτικής στρατηγικής των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που αφορούν τις τεχνικές προβλέψεις.
- γ Το συμφέρον όλων των αντισυμβαλλομένων και δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση, λαμβανομένου υπόψη κάθε γνωστοποιημένου σκοπού της ασφαλιστικής σύμβασης.
- δ Το συμφέρον όλων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και των μετόχων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, λαμβανομένου υπόψη κάθε γνωστοποιημένου σκοπού της ασφαλιστικής σύμβασης.
Γιατί
Γνώμονας είναι το συμφέρον των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων, μαζί με τον γνωστοποιημένο σκοπό της σύμβασης. Τα χρήματα ανήκουν σε εκείνους.
-
Σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις, ή το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο διαχειρίζεται το χαρτοφυλάκιο των περιουσιακών τους στοιχείων, …
- α προχωρούν σε αλλαγή της διαχείρισης του χαρτοφυλακίου με ταυτόχρονη αλλαγή της επενδυτικής πολιτικής.
- β διασφαλίζουν ότι οι επενδύσεις πραγματοποιούνται προς το καλύτερο συμφέρον των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση.
- γ προχωρούν σε κατάλληλη διαφοροποίηση των περιουσιακών στοιχείων και το γνωστοποιούν στην Εποπτική Αρχή.
- δ διασφαλίζουν ότι οι επενδύσεις πραγματοποιούνται προς το καλύτερο συμφέρον των ασφαλιστικών επιχειρήσεων.
Γιατί
Σε σύγκρουση συμφερόντων υπερισχύει το συμφέρον των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων. Η επιχείρηση διαχειρίζεται ξένα κεφάλαια.
-
Όταν οι παροχές που προβλέπονται από μια ασφαλιστική σύμβαση ζωής, συνδέονται άμεσα με την αξία μεριδίων σε κάποιον Ο.Σ.Ε.Κ.Α. (όπως ορίζεται στον ν.4099/2012), ή με την αξία περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται σε κάποιο εσωτερικό κεφάλαιο που τηρείται από τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, συνήθως διηρημένο σε μερίδια, οι τεχνικές προβλέψεις σε σχέση με τις παροχές αυτές πρέπει ...
- α να γνωστοποιούνται στους αντισυμβαλλόμενους και τους δικαιούχους προς ασφάλιση, ανα τρίμηνο ή, στην περίπτωση που δεν έχουν καθοριστεί μερίδια, να υπάρχει μια επιλογή επένδυσης από πλευράς των αντισυμβαλλομένων σε συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία.
- β να αντικρίζονται κατά το μέγιστο δυνατόν από τα μερίδια αυτά ή, στην περίπτωση που δεν έχουν καθοριστεί μερίδια, από τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία.
- γ να ταυτίζονται, κατά το μέγιστο δυνατόν, με το πενταετές πλάνο επενδυτικής στρατηγικής των ασφαλιστικών επιχειρήσεων.
- δ να έχουν την έγκριση της Εποπτικής Αρχής, ανεξαρτήτως αν οι παροχές αυτές αντικρίζονται κατά το μέγιστο δυνατόν από τα μερίδια αυτά ή, στην περίπτωση που δεν έχουν καθοριστεί μερίδια, από τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία.
Γιατί
Όταν οι παροχές συνδέονται με μερίδια, οι τεχνικές προβλέψεις αντικρίζονται από τα ίδια τα μερίδια. Έτσι η υποχρέωση και το περιουσιακό στοιχείο κινούνται μαζί.
-
Όταν οι παροχές που προβλέπονται από μια ασφαλιστική σύμβαση ζωής, περιλαμβάνουν εγγύηση επενδυτικής απόδοσης ή κάποια άλλη εγγυητική παροχή, τα περιουσιακά στοιχεία που χρησιμοποιούνται για την κάλυψη των αντίστοιχων πρόσθετων τεχνικών προβλέψεων υπόκεινται στους κάτωθι περιορισμούς:
- α Η χρήση παράγωγων μέσων είναι δυνατή εφόσον τα μέσα αυτά συμβάλλουν στον μετριασμό των κινδύνων ή διευκολύνουν την αποτελεσματική διαχείριση του χαρτοφυλακίου.
- β Οι επενδύσεις και τα περιουσιακά στοιχεία τα οποία δεν είναι αποδεκτά προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη χρηματοοικονομική αγορά διατηρούνται σε συνετά επίπεδα. Επίσης, οι επενδύσεις σε περιουσιακά στοιχεία που εκδίδονται από τον ίδιο εκδότη, ή από εκδότες που ανήκουν στον ίδιο όμιλο, δεν πρέπει να εκθέτουν τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις σε υπερβολική συγκέντρωση κινδύνου.
- γ Τα περιουσιακά στοιχεία διαφοροποιούνται κατάλληλα με τρόπο ώστε να αποφεύγεται υπερβολική εξάρτηση από κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο, εκδότη ή ομάδα επιχειρήσεων, ή γεωγραφική περιοχή καθώς και η υπερβολική συσσώρευση κινδύνων στο σύνολο του χαρτοφυλακίου.
- δ Όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Με εγγυημένη απόδοση ισχύουν και οι τρεις περιορισμοί: τα παράγωγα μόνο για μετριασμό κινδύνου, τα μη διαπραγματεύσιμα σε συνετά επίπεδα, και κατάλληλη διαφοροποίηση χωρίς συγκέντρωση.
-
Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις επενδύουν τα διαθεσιμά τους σύμφωνα με τη νομοθεσία χωρίς άλλο περιορισμό, οι δε επενδυτικές αποφάσεις…
- α δεν υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση ή συστηματική κοινοποίηση στην Εποπτική Αρχή ή σε άλλη δημόσια αρχή.
- β υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση ή συστηματική κοινοποίηση στην Εποπτική Αρχή ή σε άλλη δημόσια αρχή.
- γ υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση ή συστηματική κοινοποίηση στην Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (EIOPA).
- δ υποβάλλονται σε έλεγχο και συστηματική κοινοποίηση στην Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (EIOPA).
Γιατί
Οι επενδυτικές αποφάσεις δεν θέλουν προηγούμενη έγκριση ούτε συστηματική κοινοποίηση. Η εποπτεία γίνεται εκ των υστέρων, πάνω στην αρχή του συνετού επενδυτή.
-
Σε περιπτώσεις στις οποίες φέρουν τον επενδυτικό κίνδυνο αντισυμβαλλόμενοι που είναι φυσικά πρόσωπα, οι ασφαλίσεις συνδέονται αποκλειστικά…
- α με χρηματοπιστωτικά μέσα ή δείκτες αναφοράς σύμφωνα με τα άρθρα 59 έως 65 του ν.4099/2012 (ΦΕΚ Α΄250).
- β με το υπολογιστικό μοντέλο της (αντ)ασφαλιστικής επιχείρησης, βασισμένο σε θεωρητικές παραδοχές.
- γ με τον δείκτη φερεγγυότητας του ομίλου στον οποίο ανήκει η ασφαλιστική επιχείρηση.
- δ με χρηματοπιστωτικά μέσα ή δείκτες αναφοράς σύμφωνα με τα όσα έχουν προβλεφθεί στην ετήσια έκθεση της ασφαλιστικής επιχείρησης.
Γιατί
Όταν τον επενδυτικό κίνδυνο τον φέρει φυσικό πρόσωπο, η ασφάλιση συνδέεται μόνο με χρηματοπιστωτικά μέσα ή δείκτες που ορίζει ο νόμος. Έτσι η αξία αναφοράς είναι μετρήσιμη και ελέγξιμη.
-
Τι σημαίνουν τα αρχικά Ο.Σ.Ε.Κ.Α.;
- α Οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες και ανώνυμες εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων.
- β Οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων κοινωνικής ασφάλισης.
- γ Οργανισμοί συλλογικών επενδύσεων καθαρής (net) απόδοσης.
- δ Οργανισμός συλλόγου επενδυτών σε κινητές αξίες.
Γιατί
Τα αρχικά σημαίνουν Οργανισμοί Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες. Περιλαμβάνουν τα αμοιβαία κεφάλαια και τις εταιρείες διαχείρισής τους.
-
Η ασφαλιστική επιχείρηση ενημερώνει ετησίως, τον αντισυμβαλλόμενο σχετικά...
- α με το ύψος της υποχρέωσής του στα λειτουργικά έξοδα των επενδύσεων που αφορούν στην ασφάλισή του.
- β με τη μεταβολή της απόδοσης των επενδύσεων στα υπό διανομή κέρδη και στη σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου της ασφαλιστικής επιχείρησης.
- γ με το ύψος της δυνατότητας παρακράτησης από την ασφαλιστική επιχείρηση του ετήσιου ασφαλίστρου της ασφαλιστικής σύμβασης, σε περίπτωση υπαναχώρησης του αντισυμβαλλομένου.
- δ με το ύψος της συμμετοχής του στα υπό διανομή κέρδη.
Γιατί
Κάθε χρόνο ο αντισυμβαλλόμενος μαθαίνει το ύψος της συμμετοχής του στα υπό διανομή κέρδη. Η ενημέρωση είναι γραπτή και τακτική.
-
Αν κατά την προσφορά ή τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης ο ασφαλιστής αναφέρεται σε χρηματικές παροχές οι οποίες δύνανται να προκύψουν εις όφελος του δικαιούχου πέραν των συμβατικά εγγυημένων, τότε…
- α υποχρεούται να του παρέχει αντίστοιχο αριθμητικό παράδειγμα υπολογισμού του ασφαλίσματος κατά τη λήξη χρησιμοποιώντας δύο διαφορετικά επιτόκια προεξόφλησης (έχει εφαρμογή και σε πρόσκαιρες ασφαλίσεις ζωής). Ο ασφαλιστής ενημερώνει τον αντισυμβαλλόμενο με τρόπο σαφή και κατανοητό, ότι το προαναφερόμενο παράδειγμα υπολογισμού σποτελεί απλώς υπολογιστικό μοντέλο βασισμένο σε θεωρητικές παραδοχές, και ότι ο αντισυμβαλλόμενος μπορεί να εγείρει συμβατικές απαιτήσεις με βάση το παράδειγμα αυτό.
- β υποχρεούται να του παρέχει αντίστοιχο αριθμητικό παράδειγμα υπολογισμού του ασφαλίσματος κατά τη λήξη χρησιμοποιώντας τρία διαφορετικά επιτόκια προεξόφλησης (δεν έχει εφαρμογή σε πρόσκαιρες ασφαλίσεις ζωής). Ο ασφαλιστής ενημερώνει τον αντισυμβαλλόμενο με τρόπο σαφή και κατανοητό, ότι το προαναφερόμενο παράδειγμα υπολογισμού σποτελεί απλώς υπολογιστικό μοντέλο βασισμένο σε θεωρητικές παραδοχές, και ότι ο αντισυμβαλλόμενος δεν μπορεί να εγείρει συμβατικές απαιτήσεις με βάση το παράδειγμα αυτό.
- γ υποχρεούται να του παρέχει αντίστοιχο αριθμητικό παράδειγμα υπολογισμού του ασφαλίσματος κατά τη λήξη χρησιμοποιώντας ως επιτόκια προεξόφλησης το τρέχον euribor 2 μηνών (έχει εφαρμογή σε πρόσκαιρες ασφαλίσεις ζωής). Ο ασφαλιστής ενημερώνει τον αντισυμβαλλόμενο με τρόπο σαφή και κατανοητό, ότι το προαναφερόμενο παράδειγμα υπολογισμού αποτελεί απλώς υπολογιστικό μοντέλο βασισμένο σε θεωρητικές παραδοχές, και ότι ο αντισυμβαλλόμενος μπορεί να εγείρει συμβατικές απαιτήσεις με βάση το παράδειγμα αυτό.
- δ υποχρεούται να του παρέχει αντίστοιχο αριθμητικό παράδειγμα υπολογισμού του ασφαλίσματος κατά τη λήξη χρησιμοποιώντας ως επιτόκια προεξόφλησης το τρέχον euribor 2 μηνών (δεν έχει εφαρμογή σε πρόσκαιρες ασφαλίσεις ζωής). Ο ασφαλιστής ενημερώνει τον αντισυμβαλλόμενο με τρόπο σαφή και κατανοητό, ότι το προαναφερόμενο παράδειγμα υπολογισμού αποτελεί απλώς υπολογιστικό μοντέλο βασισμένο σε θεωρητικές παραδοχές, και ότι ο αντισυμβαλλόμενος δεν μπορεί να εγείρει συμβατικές απαιτήσεις με βάση το παράδειγμα αυτό.
Γιατί
Το παράδειγμα δίνεται με τρία διαφορετικά επιτόκια προεξόφλησης, και δεν αφορά τις πρόσκαιρες ασφαλίσεις ζωής. Ο πελάτης ενημερώνεται ρητά ότι δεν γεννά συμβατική απαίτηση.
-
Τι ισχύει όσον αφορά στην ενημέρωση του αντισυμβαλλομένου στην περίπτωση ασφαλίσεων με συμμετοχή σε κέρδη;
- α Ο ασφαλιστής ενημερώνει, σε εβδομαδιαία βάση, εγγράφως τον αντισυμβαλλόμενο για την κατάσταση των απαιτήσεών του, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται τυχόν κέρδη από τη συμμετοχή.
- β Ο ασφαλιστής ενημερώνει, ανά τρίμηνο, εγγράφως τον αντισυμβαλλόμενο για την κατάσταση των απαιτήσεών του, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται τυχόν κέρδη από τη συμμετοχή.
- γ Ο ασφαλιστής ενημερώνει, σε ετήσια βάση, εγγράφως τον αντισυμβαλλόμενο για την κατάσταση των απαιτήσεών του, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται τυχόν κέρδη από τη συμμετοχή.
- δ Ο ασφαλιστής ενημερώνει, ανά εξάμηνο, εγγράφως τον αντισυμβαλλόμενο για την κατάσταση των απαιτήσεών του, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται τυχόν κέρδη από τη συμμετοχή.
Γιατί
Στις ασφαλίσεις με συμμετοχή στα κέρδη, η γραπτή ενημέρωση για την κατάσταση των απαιτήσεων γίνεται κάθε έτος. Η συχνότητα ορίζεται από τον νόμο.
-
Τι ισχύει όσον αφορά στην ενημέρωση του αντισυμβαλλομένου, στην περίπτωση που ο ασφαλιστής έχει παρουσιάσει αριθμητικά στοιχεία σχετικά με την ενδεχόμενη μελλοντική εξέλιξη της συμμετοχής στα κέρδη;
- α Ο ασφαλιστής δεν οφείλει να ενημερώσει τον αντισυμβαλλόμενο σχετικά με τις διαφορές μεταξύ της πραγματικής εξέλιξης και των αρχικών στοιχείων.
- β Ο αντισυμβαλλόμενος δεν επηρεάζεται από την εν λόγω ενέργεια του ασφαλιστή, συνεπώς δεν τίθεται θέμα υποχρέωσης από τη πλευρά του ασφαλιστή.
- γ Ο ασφαλιστής ενημερώνει τον αντισυμβαλλόμενο σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού της ενδεχόμενης μελλοντικής εξέλιξης της συμμετοχής στα κέρδη.
- δ Ο ασφαλιστής ενημερώνει τον αντισυμβαλλόμενο σχετικά με τις διαφορές μεταξύ της πραγματικής εξέλιξης και των αρχικών στοιχείων.
Γιατί
Όταν έχουν δοθεί αριθμητικά στοιχεία για μελλοντική συμμετοχή στα κέρδη, ο ασφαλιστής οφείλει να δείξει τη διαφορά από την πραγματική εξέλιξη. Η πρόβλεψη ελέγχεται με τα γεγονότα.
-
Η μελλοντική αξία κατάθεσης σε δύο έτη από σήμερα θα είναι μεγαλύτερη αν ο ανατοκισμός γίνεται σε:
- α εξαμηνιαία βάση.
- β ετήσια βάση.
- γ ημερήσια βάση.
- δ τριμηνιαία βάση.
Γιατί
Ο ανατοκισμός προσθέτει τόκο πάνω στον τόκο. Όσο πιο συχνά κεφαλαιοποιείται, τόσο μεγαλύτερο το τελικό ποσό, άρα η ημερήσια βάση δίνει το μέγιστο.
-
Το χαρτοφυλάκιο της αγοράς αποτελείται από:
- α Όλα τα ακίνδυνα (riskless) περιουσιακά στοιχεία.
- β Συνδυασμό ακίνδυνων (riskless) περιουσιακών στοιχείων και στοιχείων που ενέχουν κίνδυνο.
- γ Όλα τα περιουσιακά στοιχεία που ενέχουν κίνδυνο.
- δ Ένα μέρος των περιουσιακών στοιχείων που ενέχουν κίνδυνο.
Γιατί
Το χαρτοφυλάκιο της αγοράς περιλαμβάνει όλα τα περιουσιακά στοιχεία με κίνδυνο, σταθμισμένα με την αξία τους. Το στοιχείο χωρίς κίνδυνο μένει έξω.
-
Για τον υπολογισμό του κινδύνου του χαρτοφυλακίου λαμβάνουμε υπόψη μας …
- α τις σταθμικές τυπικές αποκλίσεις των μεμονωμένων αξιογράφων καθώς και τις σταθμικές συνδιακυμάνσεις αυτών.
- β τη στάθμιση των αποδόσεων και το ύψος των κεφαλαίων που επενδύονται.
- γ την πιθανότητα εμφάνισης της αναμενόμενης απόδοσης και τη διακύμανση των ακίνδυνων αξιογράφων.
- δ την αναμενόμενη απόδοση και την πιθανότητα μη πραγματοποίησης της πιθανής απόδοσης.
Γιατί
Ο κίνδυνος του χαρτοφυλακίου δεν είναι μέσος όρος. Υπολογίζεται από τις σταθμικές τυπικές αποκλίσεις και από τις σταθμικές συνδιακυμάνσεις των τίτλων.
-
Να βρεθεί η παρούσα αξία μιας σειράς δέκα ετησίων πληρωμών ύψους 50.000 € όπου η πρώτη πληρωμή θα καταβληθεί σε πέντε έτη από σήμερα. Το ετήσιο αποτελεσματικό επιτόκιο (effective rate) είναι i=5%.
- α 327.601 €.
- β 337.601 €.
- γ 317.601 €.
- δ 307.601 €.
Γιατί
Πρόκειται για δέκα πληρωμές με πρώτη στο έτος πέντε, άρα αναβολή τεσσάρων ετών. Η παρούσα αξία είναι 50.000 επί τον συντελεστή ράντας δέκα ετών, δηλαδή 7,7217, επί τον συντελεστή προεξόφλησης 0,8227. Το γινόμενο δίνει περίπου 317.601 ευρώ.
Με βάση τους πίνακες για i=5% έχουμε τα εξής
Παρούσα Αξία=50.000*0,8228*7,72=317.601
-
Αν οι επενδυτές μπορούν να δημιουργήσουν πλήρως διαφοροποιημένα χαρτοφυλάκια τότε:
- α Οι επενδυτές πρέπει να ανταμείβονται για τον μη-συστηματικό κίνδυνο που αναλαμβάνουν.
- β Οι επενδυτές πρέπει να ανταμείβονται για τον συνολικό κίνδυνο που αναλαμβάνουν.
- γ Οι επενδυτές πρέπει να ανταμείβονται για τον συστηματικό κίνδυνο που αναλαμβάνουν.
- δ Οι επενδυτές πρέπει να ανταμείβονται για τον μη-συστηματικό κίνδυνο που αναλαμβάνουν γιατί μόνο αυτός διαφοροποιείται.
Γιατί
Ο μη συστηματικός κίνδυνος σβήνει με τη διασπορά, άρα η αγορά δεν τον ανταμείβει. Πληρώνεται μόνο ο συστηματικός κίνδυνος, που κανείς δεν μπορεί να αποφύγει.
-
Ποιο από τα ακόλουθα είναι αληθές;
- α Όλα τα χαρτοφυλάκια τα οποία βρίσκονται πάνω στη γραμμή αγοράς αξιογράφου δεν είναι αποτελεσματικά.
- β Τόσο αποτελεσματικά όσο και μη-αποτελεσματικά χαρτοφυλάκια μπορούν να βρίσκονται πάνω στη γραμμή αγοράς αξιογράφου.
- γ Όλα τα χαρτοφυλάκια τα οποία βρίσκονται πάνω στη γραμμή αγοράς αξιογράφου (security market line-SML) είναι αποτελεσματικά.
- δ Μόνο μεμονωμένα αξιόγραφα βρίσκονται πάνω στη γραμμή αγοράς αξιογράφου.
Γιατί
Η γραμμή αγοράς αξιογράφου συνδέει απόδοση και συστηματικό κίνδυνο. Πάνω της στέκουν σωστά τιμολογημένοι τίτλοι και χαρτοφυλάκια, αποτελεσματικά ή όχι.
-
Ποιος είναι ο στόχος της βέλτιστης επενδυτικής πολιτικής στο πλαίσιο ενός διεθνούς χαρτοφυλακίου;
- α Η ελαχιστοποίηση του κινδύνου.
- β Η βελτιστοποίηση της απόδοσης για δεδομένα επίπεδα κινδύνου.
- γ Η πλήρης αντιστάθμιση του συναλλαγματικού κινδύνου.
- δ Ο πλήρης συγχρονισμός των νομισματικών πολιτικών διεθνώς.
Γιατί
Στόχος είναι η καλύτερη δυνατή απόδοση για δεδομένο επίπεδο κινδύνου. Η ελαχιστοποίηση του κινδύνου μόνη της θα σήμαινε παραίτηση από την απόδοση.
-
Στην ενεργητική διαχείριση ενός χαρτοφυλακίου έχουμε:
- α Κατοχή αξιογράφων με συχνές αναδιαρθρώσεις και υψηλό κόστος διαχείρισης.
- β Κατοχή αξιογράφων χωρίς συχνές αναδιαρθρώσεις και χαμηλό κόστος διαχείρισης.
- γ Κατοχή αξιογράφων χωρίς συχνές αναδιαρθρώσεις και υψηλό κόστος διαχείρισης.
- δ Καμία από τις απαντήσεις δεν είναι σωστή.
Γιατί
Η ενεργός διαχείριση αλλάζει συχνά θέσεις για να εκμεταλλευτεί ευκαιρίες. Οι συχνές πράξεις σημαίνουν υψηλότερο κόστος διαχείρισης.
-
Η καθαρή παθητική επενδυτική στρατηγική ορίζεται ως η στρατηγική που:
- α Κάνει χρήση χρηματιστηριακών δεικτών και κατανέμει τις επενδύσεις σε σταθερές αναλογίες που δεν εξαρτώνται από τις συνθήκες της αγοράς.
- β Κάνει χρήση χρηματιστηριακών δεικτών.
- γ Κατανέμει τις επενδύσεις σε σταθερές αναλογίες που δεν εξαρτώνται από τις συνθήκες της αγοράς.
- δ Είναι αποτελεσματική σύμφωνα με το κριτήριο μέσου-διακύμανσης.
Γιατί
Η καθαρά παθητική στρατηγική αντιγράφει δείκτες και κρατά σταθερές αναλογίες. Δεν αντιδρά στις συνθήκες της αγοράς.
-
Ποια από τις παρακάτω προτάσεις είναι σωστή ως προς την ερμηνεία του αποτελέσματος της 95% Αξίας σε Κίνδυνο (Value at Risk - VaR);
- α Είμαστε 95% σίγουροι ότι οι ζημίες του χαρτοφυλακίου θα ξεπεράσουν ένα ποσό ίσο με το VaR σε €.
- β Είμαστε 5% σίγουροι ότι οι ζημίες του χαρτοφυλακίου δεν θα ξεπεράσουν ένα ποσό ίσο με το VaR σε €.
- γ Ένα χαρτοφυλάκιο έχει πιθανότητα 5% κάτω από κανονικές συνθήκες της αγοράς, να πραγματοποιήσει ζημιά της τάξης των € (αποτέλεσμα VaR σε €) ή μεγαλύτερη.
- δ Ένα χαρτοφυλάκιο έχει πιθανότητα 95% κάτω από κανονικές συνθήκες της αγοράς, να πραγματοποιήσει ζημιά της τάξης των € (αποτέλεσμα VaR σε €) ή μεγαλύτερη.
Γιατί
Η αξία σε κίνδυνο με εμπιστοσύνη ενενήντα πέντε τοις εκατό δηλώνει πιθανότητα πέντε τοις εκατό να συμβεί ζημιά ίση ή μεγαλύτερη από το ποσό. Ισχύει υπό κανονικές συνθήκες αγοράς.
-
Σύμφωνα με τους τύπους της πιθανής ζημίας, η αξία σε κίνδυνο (Value at Risk - VaR) υπολογίζει:
- α Τη μη αναμενόμενη ζημία.
- β Την αναμενόμενη ζημία.
- γ Την ασυνήθη ζημία.
- δ Τη σίγουρη ζημία.
Γιατί
Η αξία σε κίνδυνο μετρά τη μη αναμενόμενη ζημιά, δηλαδή την ακραία απόκλιση. Η αναμενόμενη ζημιά καλύπτεται ήδη από τις προβλέψεις.
-
Η τεχνική της ιστορικής προσομοίωσης αποτελεί μία από τις μεθόδους υπολογισμού της αξίας σε κίνδυνο για ένα χαρτοφυλάκιο. Ποια από τα παρακάτω είναι μειονεκτήματα της μεθόδου;
- α Μη διαθεσιμότητα ιστορικών στοιχείων.
- β Tα παρελθοντικά δεδομένα μπορεί να μην ανταποκρίνονται στις παρούσες συνθήκες.
- γ H παρούσα διάρθρωση του χαρτοφυλακίου πιθανότατα να μην είναι αυτή που θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί.
- δ Όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Η ιστορική προσομοίωση στηρίζεται στο παρελθόν. Τα δεδομένα μπορεί να λείπουν, να μην ταιριάζουν στις σημερινές συνθήκες, ή να μην αντιστοιχούν στη σημερινή σύνθεση του χαρτοφυλακίου.
-
Αν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής και η ασφαλιστική επιχείρηση, που διένειμαν το προϊόν, ενημερώσουν τον πελάτη ότι θα πραγματοποιούν περιοδική επανεξέταση της καταλληλότητας του προϊόντος…
- α αναμένουν σχετική υπενθύμιση από την ασφαλιστική επιχείρηση που διαθέτει το προϊόν.
- β αναμένουν σχετικό αίτημα του πελάτη.
- γ δεν απαιτείται να αποστείλουν νέα Δήλωση Αξιολόγησης Καταλληλότητας Προϊόντος.
- δ επαναλαμβάνουν τη διαδικασία λήψης πληροφοριών από τον πελάτη και του αποστέλλουν επικαιροποιημένη Δήλωση Αξιολόγησης Καταλληλότητας Προϊόντος.
Γιατί
Η υπόσχεση περιοδικής επανεξέτασης δεσμεύει. Οι πληροφορίες ζητούνται ξανά, και ο πελάτης λαμβάνει επικαιροποιημένη δήλωση καταλληλότητας.
-
Χαρακτηριστικό γνώρισμα ενός unit-linked προγράμματος είναι:
- α Η μη ύπαρξη επενδυτικού σκέλους.
- β Ο σύντομος επενδυτικός - χρονικός τους ορίζοντας.
- γ Η σύνδεση των ασφαλιστικών παροχών του και της αξίας του συμβολαίου με την πορεία των επενδυτικών κεφαλαίων (investment funds ή unit funds) με τα οποία είναι συνδεδεμένο.
- δ Η έμφαση στο ασφαλιστικό σκέλος των προϊόντων.
Γιατί
Το unit linked συνδέει τις παροχές και την αξία του συμβολαίου με την πορεία των επενδυτικών κεφαλαίων. Ο πελάτης παίρνει την απόδοση και τον κίνδυνο εκείνων.
-
Ως επενδυτικά κεφάλαια (unit funds) συνδεδεμένα με unit-linked ασφαλιστήρια μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα κάτωθι:
- α Είτε νόμιμα συστημένα αμοιβαία κεφάλαια, είτε εσωτερικά κεφάλαια της ασφαλιστικής επιχείρησης (π.χ. περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης, κρατικοί τίτλοι, μετοχές κ.λπ.).
- β Μόνο ομόλογα του Δημοσίου.
- γ Οποιαδήποτε επένδυση κρίνει η ασφαλιστική επιχείρηση ότι θα αποφέρει τη μέγιστη απόδοση.
- δ Μόνο προθεσμιακές καταθέσεις.
Γιατί
Τα συνδεδεμένα κεφάλαια είναι είτε νόμιμα συστημένα αμοιβαία κεφάλαια, είτε εσωτερικά μεταβλητά κεφάλαια της ασφαλιστικής επιχείρησης. Και τα δύο είναι οριοθετημένα και μετρήσιμα.
-
Τα unit-linked προϊόντα έχει επικρατήσει να χαρακτηρίζονται ως "μεταβλητά" προϊόντα, λόγω του ότι:
- α Το είδος των επενδυτικών επιλογών μεταβάλλεται ανάλογα με την τάση της αγοράς.
- β Το ύψος της απόδοσης δεν είναι γνωστό πριν από τη λήξη του προϊόντος.
- γ Το ύψος των καλύψεων μπορεί να μεταβάλλεται κατά τη διάρκεια ισχύος του συμβολαίου σύμφωνα με τις ανάγκες ή τις επιθυμίες του πελάτη.
- δ Το είδος των καλύψεων μπορεί να μεταβάλλεται κατά τη διάρκεια ισχύος του συμβολαίου σύμφωνα με τις ανάγκες ή τις επιθυμίες του πελάτη.
Γιατί
Μεταβλητά λέγονται γιατί ο πελάτης μπορεί να αλλάζει το ύψος των καλύψεων μέσα στη διάρκεια, καθώς αλλάζουν οι ανάγκες του. Η ευελιξία είναι χαρακτηριστικό του σχεδιασμού.
-
Τα unit-linked προϊόντα ανήκουν επίσης στην κατηγορία προϊόντων…
- α μεταβλητής εισφοράς ή μεταβαλλόμενου ασφαλίστρου.
- β καθορισμένης εισφοράς ή καθορισμένου ασφαλίστρου.
- γ μεταβλητής απόδοσης.
- δ καμία από τις απαντήσεις δεν είναι σωστή.
Γιατί
Το ασφάλιστρο είναι καθορισμένο, ενώ η παροχή εξαρτάται από την απόδοση. Γι αυτό τα προϊόντα αυτά κατατάσσονται στην καθορισμένη εισφορά.
-
Οι παροχές του αποταμιευτικού - επενδυτικού μέρους των ασφαλιστηρίων unit-linked προϊόντων, όπως αξίες εξαγοράς, κεφάλαιο σε περίπτωση επιβίωσης στη λήξη κ.λπ., είναι εγγυημένες;
- α Ναι, οι παροχές αυτές είναι συμφωνημένες και εγγυημένες από την έναρξη του συμβολαίου.
- β Εξαρτάται από το είδος της τοποθέτησης των επενδυτικών κεφαλαίων.
- γ Όχι, οι παροχές αυτές εξαρτώνται από την πορεία των επενδυτικών κεφαλαίων με τα οποία είναι συνδεδεμένα.
- δ Όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Οι παροχές του επενδυτικού μέρους δεν είναι εγγυημένες. Ακολουθούν την πορεία των συνδεδεμένων κεφαλαίων, προς τα πάνω και προς τα κάτω.
-
Ο έλεγχος και η διαχείριση των εσωτερικών κεφαλαίων της ασφαλιστικής επιχείρησης τα οποία συνδέονται με ένα unit-linked προϊόν, ανήκει:
- α Στην Τράπεζα της Ελλάδος.
- β Στην ασφαλιστική επιχείρηση την οποία εκδίδει και διαθέτει το unit-linked προϊόν.
- γ Στο Υπουργείο Οικονομικών.
- δ Στον ασφαλισμένο.
Γιατί
Τα εσωτερικά μεταβλητά κεφάλαια τα δημιουργεί, τα διαχειρίζεται και τα ελέγχει η ίδια η ασφαλιστική επιχείρηση. Η Τράπεζα της Ελλάδος εποπτεύει τη λειτουργία της.
-
Το δικαίωμα εξαγοράς στην ασφάλιση τύπου unit-linked:
- α Εξαρτάται από τον Κανονισμό της ασφαλιστικής επιχείρησης.
- β Δεν επιτρέπεται.
- γ Απαγορεύεται μετά από Υπουργική Απόφαση.
- δ Eπιτρέπεται.
Γιατί
Το unit linked έχει αποταμιευτικό σκέλος, άρα αποκτά αξία και εξαγοράζεται. Η εξαγορά συνήθως συνοδεύεται από παρακράτηση στα πρώτα έτη.
-
Με ποια τιμή μετατρέπεται το ποσό του καταχωρούμενου ασφαλίστρου σε αριθμό μονάδων (units);
- α Με βάση την τιμή εξαγοράς των μεριδίων των funds που είναι συνδεδεμένο το ασφαλιστήριο συμβόλαιο (unit-linked).
- β Με βάση την τιμή διάθεσης των μεριδίων των funds που είναι συνδεδεμένο το ασφαλιστήριο συμβόλαιο (unit-linked).
- γ Με βάση την καθαρή τιμή των μεριδίων των funds που είναι συνδεδεμένο το ασφαλιστήριο συμβόλαιο (unit-linked).
- δ Με μια συγκεκριμένη τιμή που έχει αποφασίσει η ασφαλιστική επιχείρηση για όλους τους συμμετέχοντες ασφαλισμένους στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο (unit-linked).
Γιατί
Το καταχωρούμενο ασφάλιστρο μετατρέπεται σε μονάδες με την τιμή διάθεσης. Η τιμή εξαγοράς χρησιμοποιείται όταν οι μονάδες ρευστοποιούνται.
-
Τι ισχύει όσον αφορά στην αξία εξαγοράς ενός unit-linked προϊόντος;
- α Τα unit-linked προϊόντα, λόγω του αποταμιευτικού τους χαρακτήρα, αποκτούν αξία εξαγοράς, η οποία είναι συνήθως η αξία εξαγοράς των μονάδων μείον κάποια παρακράτηση (penalty). Η παρακράτηση μπορεί να είναι είτε ποσοστό επί της αξίας πώλησης των μονάδων είτε κάποιο αριθμητικό ποσό.
- β Τα unit-linked προϊόντα δεν επιβαρύνονται με παρακράτηση (penalty) πρόωρης εξαγοράς.
- γ Τα unit-linked προϊόντα, λόγω του αποταμιευτικού και μακροπρόθεσμου τους χαρακτήρα, δεν αποκτούν αξία εξαγοράς.
- δ Καμία από τις απαντήσεις δεν είναι σωστή.
Γιατί
Το προϊόν αποκτά αξία εξαγοράς, ίση με την αξία των μονάδων μείον την παρακράτηση. Η παρακράτηση είναι ποσοστό ή σταθερό ποσό, κατά τους όρους.
-
Ισχύει ότι ένα unit-linked ασφαλιστήριο συμβόλαιο αποκτά αξία εξαγοράς από την πρώτη στιγμή της ημερομηνίας έναρξής του;
- α Δεν ισχύει, για την ακρίβεια θα πρέπει να διευκρινίζεται στον ασφαλισμένο η χρονική στιγμή στην οποία το συμβόλαιο αρχίζει να αποκτά αξία εξαγοράς καθώς και το ύψος των πιθανών παρακρατήσεων (penalties) που γίνονται.
- β Εξαρτάται από τους όρους και τις παροχές του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.
- γ Ισχύει, για την ακρίβεια είναι ένα από τα πλεονεκτήματα αυτών των προϊόντων.
- δ Εξαρτάται από την ασφαλιστική επιχείρηση που εκδίδει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο.
Γιατί
Η αξία εξαγοράς δεν υπάρχει από την πρώτη ημέρα. Το συμβόλαιο ορίζει πότε αρχίζει να σχηματίζεται, και πόσο είναι το penalty.
-
Η κλασικότερη των ασφαλιστικών καλύψεων που παρέχονται στον ασφαλισμένο μέσω ενός unit-linked προϊόντος είναι η ασφάλιση θανάτου. Η μορφή της παροχής καθορίζεται στον αρχικό σχεδιασμό του προϊόντος ανάμεσα σε, γενικά, τρεις επιλογές για τη μορφή της συγκεκριμένης παροχής. Μια από τις επιλογές είναι να παρέχεται στον ασφαλισμένο, σε περίπτωση θανάτου, το άθροισμα της αξίας των units του ατομικού του λογαριασμού του πελάτη και ένα σταθερό κεφάλαιο. Αυτό σημαίνει, ότι:
- α Σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου, θα αποδοθεί στους δικαιούχους ή το ασφαλισμένο κεφάλαιο ή το ποσό που έχει συσσωρευτεί μέσα στον λογαριασμό μεριδίων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.
- β Σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου, θα αποδοθεί στους δικαιούχους το ασφαλισμένο κεφάλαιο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.
- γ Δεν υπάρχει αυτή η επιλογή.
- δ Σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου, θα αποδοθεί στους δικαιούχους και το ασφαλισμένο κεφάλαιο και το ποσό που έχει συσσωρευτεί μέσα στον λογαριασμό μεριδίων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Δηλαδή, το ασφαλισμένο κεφάλαιο θανάτου είναι επιπρόσθετο του ποσού που θα έχει συγκεντρώσει ο λογαριασμός.
Γιατί
Στην επιλογή του αθροίσματος, οι δικαιούχοι παίρνουν και το ασφαλισμένο κεφάλαιο και την αξία του λογαριασμού. Η κάλυψη θανάτου προστίθεται στην αποταμίευση.
-
Η κλασικότερη των ασφαλιστικών καλύψεων που παρέχονται στον ασφαλισμένο μέσω ενός unit-linked προϊόντος είναι η ασφάλιση θανάτου. Η μορφή της παροχής καθορίζεται στον αρχικό σχεδιασμό του προϊόντος ανάμεσα σε, γενικά, τρεις επιλογές για τη μορφή της συγκεκριμένης παροχής. Μια απο τις επιλογές είναι να παρέχεται στον ασφαλισμένο, σε περίπτωση θανάτου, το μέγιστο της αξίας των units του ατομικού λογαριασμού και ενός σταθερού κεφαλαίου. Αυτό σημαίνει, ότι:
- α Σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου, θα αποδοθεί στους δικαιούχους το μεγαλύτερο από τα δύο ποσά, δηλαδή είτε η αξία του λογαριασμού είτε το ασφαλισμένο κεφάλαιο θανάτου, όποιο από τα δύο είναι μεγαλύτερο κατά τη στιγμή που συνέβη ο θάνατος.
- β Δεν υπάρχει αυτή η επιλογή.
- γ Σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου, θα αποδοθεί στους δικαιούχους το άθροισμα από τα δύο ποσά, δηλαδή της αξίας του λογαριασμού και του ασφαλισμένου κεφάλαιου θανάτου, κατά τη στιγμή που συνέβη ο θάνατος.
- δ Σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου, θα αποδοθεί στους δικαιούχους το ασφαλισμένο κεφάλαιο θανάτου.
Γιατί
Στην επιλογή του μεγίστου, πληρώνεται το μεγαλύτερο από τα δύο ποσά. Όσο μεγαλώνει ο λογαριασμός, τόσο μικραίνει ο κίνδυνος θανάτου που φέρει η εταιρεία.
-
Η κλασικότερη των ασφαλιστικών καλύψεων που παρέχονται στον ασφαλισμένο μέσω ενός unit-linked προϊόντος είναι η ασφάλιση θανάτου. Η μορφή της παροχής καθορίζεται στον αρχικό σχεδιασμό του προϊόντος ανάμεσα σε, γενικά, τρεις επιλογές για τη μορφή της συγκεκριμένης παροχής. Μια απο τις επιλογές είναι να παρέχεται στον ασφαλισμένο, σε περίπτωση θανάτου, η αξία των units του ατομικού λογαριασμού του πελάτη. Αυτό σημαίνει, ότι:
- α Σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου, θα αποδοθεί στους δικαιούχους μόνο το ποσό που έχει συσσωρευθεί μέσα στον λογαριασμό μεριδίων. Ουσιαστικά αυτή η επιλογή δεν έχει καθόλου ασφαλισμένο κεφάλαιο θανάτου.
- β Σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου, θα αποδοθεί στους δικαιούχους το σύνολο των ασφαλίστρων που είχε καταβάλει ο ασφαλισμένος στη διάρκεια του συμβολαίου.
- γ Σε περίπτωση θανάτου του ασφαλισμένου, δεν θα αποδοθεί κανένα ποσό στους δικαιούχους, διότι αυτή η επιλογή δεν έχει καθόλου ασφαλισμένο κεφάλαιο θανάτου.
- δ Δεν υπάρχει αυτή η επιλογή.
Γιατί
Στην τρίτη επιλογή αποδίδεται μόνο η αξία του λογαριασμού. Ουσιαστικά δεν υπάρχει ασφαλισμένο κεφάλαιο θανάτου, άρα δεν χρεώνεται και κόστος για αυτό.
-
Τι είναι η τιμή εξαγοράς κάθε επενδυτικής μονάδας προγράμματος unit-linked;
- α Ο λόγος της αξίας του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου προς το πλήθος των μεριδίων του.
- β Η τιμή λήξης του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου.
- γ Η τιμή με την οποία ο ασφαλισμένος αγοράζει τα μερίδια του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου ή των συνδεδεμένων αμοιβαίων κεφαλαίων.
- δ Η τιμή με την οποία ο ασφαλισμένος εξαγοράζει μερίδια από το εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο ή τα συνδεδεμένα αμοιβαία κεφάλαια.
Γιατί
Τιμή εξαγοράς είναι η τιμή στην οποία ο ασφαλισμένος ρευστοποιεί μερίδια. Η τιμή διάθεσης είναι εκείνη με την οποία τα αποκτά.
-
Το πλήθος των μεριδίων του ασφαλιστήριου συμβολαίου unit-linked μπορεί να αυξηθεί από:
- α Τις αποδόσεις των συνδεδεμένων αμοιβαίων κεφαλαίων ή του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου.
- β Tα ποσά που καταθέτει ο ασφαλισμένος στον λογαριασμό του.
- γ Τα νέα ασφάλιστρα που εισρέουν σε αυτόν.
- δ Καμία από τις απαντήσεις δεν είναι σωστή.
Γιατί
Ο αριθμός των μεριδίων μεγαλώνει μόνο με νέα ασφάλιστρα που εισρέουν. Η απόδοση των κεφαλαίων ανεβάζει την τιμή του μεριδίου, όχι το πλήθος τους.
-
Το πλήθος των μεριδίων του ασφαλιστήριου συμβολαίου unit-linked μπορεί να μειωθεί από:
- α Tις αποδόσεις των συνδεδεμένων αμοιβαίων κεφαλαίων ή του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου.
- β Μερική εξαγορά του unit - linked προϊόντος (εφόσον προβλέπεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο).
- γ Τα νέα ποσά που κατατίθενται σε αυτόν.
- δ Tα ποσά που καταθέτει ο ασφαλισμένος στον λογαριασμό του.
Γιατί
Ο αριθμός των μεριδίων μικραίνει με τη μερική εξαγορά, όταν αυτή προβλέπεται. Μερίδια ακυρώνονται και επίσης για το κόστος των καλύψεων.
-
Πώς καλύπτεται συνήθως το κόστος των ασφαλιστικών καλύψεων σε ένα unit-linked προϊόν;
- α Με πρόσθετο ασφάλιστρο.
- β Αφαιρείται από τον λογαριασμό επένδυσης του συμβολαίου, μέσω της διαδικασίας «ακύρωσης μεριδίων».
- γ Αφαιρείται από τον λογαριασμό επένδυσης του συμβολαίου, μέσω της διαδικασίας «ακύρωσης μεριδίων» ή με πρόσθετο ασφάλιστρο.
- δ Αφαιρείται από το εγγυημένο ποσό λήξης του προϊόντος.
Γιατί
Το κόστος των καλύψεων καλύπτεται είτε με ακύρωση μεριδίων από τον λογαριασμό, είτε με πρόσθετο ασφάλιστρο. Η μέθοδος ορίζεται στον σχεδιασμό του προϊόντος.
-
Κατά τη διάρκεια συσσώρευσης κεφαλαίου στον επενδυτικό λογαριασμό του unit-linked προϊόντος…
- α για να εξασφαλίσουμε το κεφάλαιο που έχει καταβάλει ο ασφαλισμένος, χρησιμοποιούμε μια πρόσκαιρη ασφάλιση διάρκειας ίσης με τη διάρκεια συσσώρευσης.
- β ο ασφαλισμένος τοποθετεί στον επενδυτικό λογαριασμό κάθε φορά το ποσό που απαιτείται για να έχει πάντα στη διάθεσή του το ποσό που κατέβαλε.
- γ για να εξασφαλίσουμε το κεφάλαιο που έχει καταβάλει ο ασφαλισμένος χρησιμοποιούμε μια πρόσκαιρη ασφάλιση διάρκειας ίσης με τη διάρκεια συσσώρευσης και για να εξασφαλίσουμε τη συνέχιση των καταβολών του προγράμματος χρησιμοποιούμε την ασφαλιστική παροχή Απαλλαγής Πληρωμής Ασφαλίστρων (Α.Π.Α.).
- δ για να εξασφαλίσουμε τη συνέχιση των καταβολών του προγράμματος, χρησιμοποιούμε την ασφαλιστική παροχή Απαλλαγής Πληρωμης Ασφαλίστρων (Α.Π.Α.).
Γιατί
Δύο καλύψεις προστατεύουν τη συσσώρευση: η πρόσκαιρη ασφάλιση θανάτου για το κεφάλαιο, και η απαλλαγή πληρωμής ασφαλίστρων για τη συνέχιση των καταβολών.
-
Η ασφαλιστική κάλυψη ενός unit-linked αφορά σε:
- α Kαλύψεις κλάδου ζωής.
- β Kάλυψη θανάτου μόνο.
- γ Κάλυψη μόνιμης ολικής ανικανότητας μόνο.
- δ Γενικές ασφαλίσεις.
Γιατί
Το unit linked είναι προϊόν του κλάδου ζωής, άρα οι καλύψεις του ανήκουν στον κλάδο ζωής. Ο θάνατος είναι η συνηθέστερη, όχι η μόνη.
-
Τι επιλογή προσφέρεται για τη μορφή της παροχής σε περίπτωση θανάτου;
- α Η αξία των units του λογαριασμού επένδυσης του συμβολαίου.
- β Το μέγιστο μεταξύ της αξίας των units του λογαριασμού επένδυσης του συμβολαίου και ενός σταθερού κεφαλαίου.
- γ Το άθροισμα της αξίας των units του λογαριασμού επένδυσης του συμβολαίου και ενός σταθερού κεφαλαίου.
- δ Όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Ο σχεδιασμός προσφέρει τρεις μορφές παροχής θανάτου: άθροισμα, μέγιστο, ή μόνο την αξία των μονάδων. Η επιλογή αλλάζει το κόστος της κάλυψης.
-
Ο ασφαλισμένος…
- α μπορεί να αφαιρέσει τις συμπληρωματικές ασφαλιστικές καλύψεις που έχει επιλέξει κατά την έναρξη της ασφάλισης και να μεταβάλει το ύψος των συμπληρωματικών ασφαλιστικών καλύψεων που έχει επιλέξει κατά την έναρξη της ασφάλισης, εφόσον προβλέπεται στο συμβόλαιο.
- β μπορεί να μεταβάλει το ύψος των συμπληρωματικών ασφαλιστικών καλύψεων που έχει επιλέξει κατά την έναρξη της ασφάλισης.
- γ μπορεί να αφαιρέσει τις συμπληρωματικές ασφαλιστικές καλύψεις που έχει επιλέξει κατά την έναρξη της ασφάλισης.
- δ δεν επιτρέπεται να κάνει καμία αλλαγή αναφορικά με τις συμπληρωματικές ασφαλιστικές καλύψεις.
Γιατί
Οι συμπληρωματικές καλύψεις αφαιρούνται ή μεταβάλλονται, εφόσον το προβλέπει το συμβόλαιο. Η ευελιξία αυτή είναι χαρακτηριστικό του unit linked.
-
Αναφορικά με το ασφαλιστήριο συμβόλαιο unit-linked…
- α όταν η πληρωμή του ασφαλίστρου γίνεται εφάπαξ, τότε πρέπει να αναγράφεται ο αριθμός των μονάδων (units).
- β το ασφαλιστήριο συμβόλαιο δύναται να προβλέπει αύξηση των μονάδων (units), ή να προβλέπει την παροχή των μονάδων (units) τοις μετρητοίς.
- γ όταν η πληρωμή του ασφαλίστρου γίνεται με περιοδικές καταβολές, τότε πρέπει να αναγράφεται το μέρος του ασφαλίστρου που διατίθεται για να πιστωθούν οι μονάδες (units).
- δ Όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Στο εφάπαξ ασφάλιστρο αναγράφεται ο αριθμός των μονάδων, στις περιοδικές καταβολές το μέρος του ασφαλίστρου που πιστώνει μονάδες, και το συμβόλαιο μπορεί να προβλέπει αύξηση ή απόδοση σε μετρητά.
-
Ο ασφαλισμένος ενημερώνεται για τον αριθμό των μεριδίων που κατέχει και την αξία τους…
- α μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας με τον ασφαλιστικό του σύμβουλο ή το τραπεζικό κατάστημα με το οποίο συνεργάζεται.
- β κατόπιν αιτήματός του στην ασφαλιστική επιχείρηση.
- γ με σχετική επιστολή που του αποστέλλεται από την ασφαλιστική επιχείρηση σε τακτά χρονικά διαστήματα.
- δ από τη δημοσίευση (ημερησίως) των τιμών διάθεσης-εξαγοράς των αντίστοιχων συνδεδεμένων αμοιβαίων κεφαλαίων.
Γιατί
Η ασφαλιστική επιχείρηση στέλνει σε τακτά διαστήματα ενημερωτική επιστολή με τον αριθμό των μεριδίων και την αξία τους. Η ενημέρωση δεν εξαρτάται από αίτημα του πελάτη.
-
Ποια από τις παρακάτω διαφορές μεταξύ παραδοσιακών ασφαλιστικών προϊόντων και unit-linked ΔΕΝ ισχύει;
- α Τα παραδοσιακά έχουν εγγυημένη απόδοση, ενώ τα unit-linked δεν έχουν.
- β Τα παραδοσιακά είναι πιο εύκολα προσαρμόσιμα στις μεταβαλλόμενες ανάγκες του πελάτη, σε σύγκριση με τα unit-linked που εμφανίζουν μια δυσκαμψία στις αλλαγές.
- γ Στα παραδοσιακά, οι επενδυτικές αποφάσεις λαμβάνονται αποκλειστικά από την ασφαλιστική επιχείρηση, ενώ στα unit-linked οι επενδυτικές επιλογές για το είδος και τον βαθμό επικινδυνότητας γίνονται από τον ασφαλισμένο.
- δ Στα παραδοσιακά δεν είναι σαφής ο επιμερισμός του ασφαλίστρου, εν αντιθέσει με τα unit-linked που είναι ευκρινής.
Γιατί
Τα unit linked είναι πιο ευέλικτα από τα παραδοσιακά, όχι λιγότερο. Η πρόταση αντιστρέφει την πραγματικότητα, άρα δεν ισχύει.
-
Τα unit-linked προϊόντα εμπεριέχουν επενδυτικό κίνδυνο …
- α για την ασφαλιστική επιχείρηση.
- β για τον θεματοφύλακα του αμοιβαίου κεφαλαίου.
- γ για τον πελάτη.
- δ για όλες τις περιπτώσεις που αναφέρονται.
Γιατί
Στο unit linked ο επενδυτικός κίνδυνος βαραίνει τον πελάτη. Η εταιρεία κρατά τον ασφαλιστικό κίνδυνο και τη διαχείριση.
-
Τι είναι το profit testing;
- α Η διαδικασία προβολής των αποτελεσμάτων του ασφαλιστικού προϊόντος με την οποία υπολογίζονται τα έσοδα και τα έξοδα μια τυπικής σειράς ασφαλιστηρίων και γίνεται εκτίμηση του συνολικού αποτελέσματος για το επιλεγόμενο διάστημα (συνήθως μια δεκαετία).
- β Η διαδικασία με την οποία υπολογίζεται το ύψος των αποθεματικών που οφείλει να έχει μια ασφαλιστική επιχείρηση.
- γ Η διαδικασία μεγιστοποίησης της απόδοσης του προϊόντος.
- δ Καμία από τις απαντήσεις δεν είναι σωστή.
Γιατί
Το profit testing προβάλλει έσοδα και έξοδα μιας τυπικής σειράς ασφαλιστηρίων, και εκτιμά το συνολικό αποτέλεσμα για μια περίοδο. Δείχνει αν το προϊόν στέκει οικονομικά.
-
Τι ορίζεται ως ποσοστό καταχωρούμενου ασφαλίστρου ή allocation rate;
- α Είναι ένα προκαθορισμένο ποσοστό του ασφαλίστρου το οποίο καταχωρίζεται στον λογαριασμό του πελάτη και διαφέρει ανάλογα με το έτος ισχύος της ασφάλισης και τις ιδιαιτερότητες του εκάστοτε προϊόντος.
- β Είναι ένα τεχνικό επιτόκιο που δεν επηρεάζει την αξία εξαγοράς του συμβολαίου.
- γ Είναι το μέρος του ασφαλίστρου το οποίο αφορά στην ασφαλιστική κάλυψη του συμβολαίου.
- δ Είναι ένα προκαθορισμένο ποσοστό του ασφαλίστρου το οποίο καταχωρίζεται στον λογαριασμό του πελάτη και είναι ίδιο για όλα τα έτη ασφάλισης.
Γιατί
Το allocation rate είναι το ποσοστό του ασφαλίστρου που πιστώνεται στον λογαριασμό μονάδων. Αλλάζει ανά έτος ασφάλισης και ανά προϊόν.
-
Πού οφείλεται το γεγονός ότι το ποσοστό καταχωρούμενου ασφαλίστρου (allocation rate) είναι χαμηλό τα πρώτα έτη της ασφάλισης και αυξάνεται προοδευτικά στα επόμενα έτη;
- α Οφείλεται σε αναλογιστικές μελέτες που εφαρμόζει η ασφαλιστική επιχείρηση για την κερδοφορία του προϊόντος.
- β Οφείλεται σε συγκεκριμένη διάταξη νόμου που οφείλουν να ακολουθούν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις.
- γ Οφείλεται στην επενδυτική πολιτική της ασφαλιστικής επιχείρησης.
- δ Οφείλεται στο γεγονός ότι η ασφαλιστική επιχείρηση έχει κάποια υψηλά έξοδα κατά την έναρξη της ασφάλισης (π.χ. προμήθειες, διαφήμιση, έκδοση, κλπ) τα οποία προσπαθεί να καλύψει παρακρατώντας ένα μέρος του ασφαλίστρου.
Γιατί
Τα έξοδα πρόσκτησης βαραίνουν τα πρώτα έτη: προμήθειες, διαφήμιση, έκδοση. Γι αυτό το καταχωρούμενο ποσοστό ξεκινά χαμηλά και ανεβαίνει προοδευτικά.
-
Στα unit-linked δίδεται η δυνατότητα έκτακτων καταβολών;
- α Όχι, ποτέ.
- β Μόνο για τα προϊόντα που εμπεριέχουν μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια.
- γ Συνήθως δίδεται τέτοια δυνατότητα.
- δ Πάντοτε.
Γιατί
Οι έκτακτες καταβολές συνήθως επιτρέπονται, γιατί η ευελιξία είναι βασικό χαρακτηριστικό του προϊόντος. Το συμβόλαιο ορίζει τους όρους.
-
Μια πολύ σημαντική δυνατότητα που παρέχεται στον ασφαλισμένο ενός unit-linked προϊόντος είναι…
- α να αποφασίζει ο ίδιος για τη συχνότητα καταβολής των τακτικών ασφαλίστρων του.
- β να μην του επιβάλλεται allocation rate στην περίπτωση που προχωρήσει σε έκτακτες προαιρετικές καταβολές ασφαλίστρων.
- γ να κάνει προσωρινές διακοπές των καταβολών των τακτικών ασφαλίστρων του, χωρίς αυτό να ανατρέπει ή να αλλάζει τη λειτουργία της ασφάλισης, όπως θα συνέβαινε σε ένα παραδοσιακό προϊόν, με την προϋπόθεση ότι η αξία του λογαριασμού μεριδίων είναι σε τέτοιο επίπεδο ώστε να μπορεί να συνεχιστεί το ασφαλιστήριο συμβόλαιο.
- δ να μην καταβάλλει το ασφάλιστρο κατά την έναρξη του προϊόντος αλλά με μια προθεσμία τριών μηνών.
Γιατί
Ο ασφαλισμένος μπορεί να διακόψει προσωρινά τα τακτικά ασφάλιστρα, αν ο λογαριασμός μεριδίων αντέχει τις κρατήσεις. Το συμβόλαιο συνεχίζει να ζει από το απόθεμά του.
-
Ποιο το κεφάλαιο κινδύνου που φέρει η ασφαλιστική επιχείρηση στην περίπτωση όπου η παροχή της ασφάλισης θανάτου δίδεται ως το άθροισμα της αξίας των units του ατομικού λογαριασμού του πελάτη και ένα σταθερό κεφάλαιο;
- α Δεν υπάρχει κίνδυνος για την ασφαλιστική επιχείρηση.
- β Εξαρτάται από τη χρονική στιγμή του συμβάντος του θανάτου σε σχέση με τη διάρκεια του συμβολαίου του πελάτη.
- γ Το κεφάλαιο κινδύνου της ασφαλιστικής επιχείρησης είναι ίσο με το ασφαλισμένο κεφάλαιο, αφού σε περίπτωση θανάτου αυτό καταβάλλεται εξ ολοκλήρου και ανεξάρτητα από την αξία του λογαριασμού μεριδίων.
- δ Το κεφάλαιο κινδύνου της ασφαλιστικής επιχείρησης είναι ίσο με το ασφαλισμένο κεφάλαιο αφαιρώντας την αξία του λογαριασμού μεριδίων του.
Γιατί
Στο άθροισμα, η εταιρεία πληρώνει το σταθερό κεφάλαιο ακέραιο, όποια και αν είναι η αξία του λογαριασμού. Άρα το κεφάλαιο κινδύνου ισούται με όλο το ασφαλισμένο κεφάλαιο.
-
Ποιο το κεφάλαιο κινδύνου που φέρει η ασφαλιστική επιχείρηση στην περίπτωση που η παροχή της ασφάλισης θανάτου δίδεται ως το μέγιστο της αξίας των units του ατομικού λογαριασμού του πελάτη και ενός σταθερού κεφαλαίου;
- α Το κεφάλαιο κινδύνου της ασφαλιστικής επιχείρησης είναι ίσο με τη διαφορά του ασφαλισμένου κεφαλαίου μείον την τρέχουσα αξία του λογαριασμού μεριδίων. Σε περίπτωση που η αξία του λογαριασμού μεριδίων ξεπεράσει το ύψος του ασφαλισμένου κεφαλαίου θανάτου, τότε παύει να υπάρχει κεφάλαιο κινδύνου για την ασφαλιστική επιχείρηση και διακόπτεται η αφαίρεση του αντίστοιχου ασφαλίστρου.
- β Το κεφάλαιο κινδύνου της ασφαλιστικής επιχείρησης είναι ίσο με το ασφαλισμένο κεφάλαιο συν την αξία του λογαριασμού μεριδίων του.
- γ Το κεφάλαιο κινδύνου της ασφαλιστικής επιχείρησης είναι ίσο με την αξία του λογαριασμού μεριδίων του πελάτη.
- δ Καμία από τις απαντήσεις δεν είναι σωστή.
Γιατί
Στο μέγιστο, η εταιρεία καλύπτει μόνο τη διαφορά ασφαλισμένου κεφαλαίου μείον αξία λογαριασμού. Όταν ο λογαριασμός ξεπεράσει το κεφάλαιο, το κεφάλαιο κινδύνου μηδενίζεται και παύει η χρέωση.
-
Ποιο το κεφάλαιο κινδύνου της ασφαλιστικής επιχείρησης στην περίπτωση όπου η παροχή της ασφάλισης θανάτου δίδεται ως η αξία των units του ατομικού λογαριασμού του πελάτη;
- α Σε αυτή την περίπτωση, το κεφάλαιο κινδύνου της ασφαλιστικής επιχείρησης είναι ίσο με μηδέν.
- β Σε αυτή την περίπτωση, το κεφάλαιο κινδύνου της ασφαλιστικής επιχείρησης είναι ανεξάρτητο από την αξία του λογαριασμού μεριδίων του πελάτη.
- γ Σε αυτή την περίπτωση, το κεφάλαιο κινδύνου της ασφαλιστικής επιχείρησης είναι ίσο με την αξία του λογαριασμού μεριδίων του πελάτη.
- δ Καμία από τις απαντήσεις δεν είναι σωστή.
Γιατί
Όταν αποδίδεται μόνο η αξία των μονάδων, η εταιρεία δεν βάζει δικά της χρήματα. Το κεφάλαιο κινδύνου είναι μηδέν.
-
Μπορεί το ποσοστό καταχωρούμενου ασφαλίστρου (allocation rate) να υπερβαίνει το 100%;
- α Μόνο σε unit-linked που επενδύουν σε ομολογιακά αμοιβαία κεφάλαια.
- β Μόνο σε unit-linked που επενδύουν σε μετοχικά αμοιβαία κεφάλαια.
- γ Όχι, σε καμία περίπτωση.
- δ Μπορεί, ως επιβράβευση για τον πελάτη.
Γιατί
Το ποσοστό καταχώρησης μπορεί να ξεπεράσει το εκατό τοις εκατό, ως επιβράβευση πιστότητας ή μεγάλου ασφαλίστρου. Η εταιρεία προσθέτει από τα δικά της.
-
Τα βασικότερα πλεονεκτήματα των unit-linked προϊόντων είναι:
- α Η σύνδεση επένδυσης με ασφάλιση ζωής.
- β Ευελιξία.
- γ Διαφάνεια.
- δ Όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Τα δυνατά σημεία του unit linked είναι τρία: ευελιξία, σύνδεση επένδυσης με ασφάλιση ζωής, και διαφάνεια στη δομή των χρεώσεων.
-
Η μονάδα επένδυσης με την οποία συνδέονται οι παροχές σε ένα προϊόν τύπου unit-linked μπορεί να είναι:
- α Μερίδια εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου.
- β Μερίδια αμοιβαίου κεφαλαίου ή οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες ή/και μερίδια εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου.
- γ Μερίδια αμοιβαίου κεφαλαίου ή οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες.
- δ Μερίδια αμοιβαίου κεφαλαίου ή μετοχές ή και τα δύο.
Γιατί
Η μονάδα επένδυσης μπορεί να είναι μερίδιο αμοιβαίου κεφαλαίου ή συλλογικού οργανισμού, ή μερίδιο εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου, ή και τα δύο μαζί.
-
Για την κατανομή των κεφαλαίων ενός ασφαλισμένου που επενδύει σε προϊόντα unit-linked, λαμβάνουμε υπόψη τους παρακάτω παράγοντες:
- α Tην ανοχή του στον επενδυτικό κίνδυνο και την ανάγκη του για ρευστότητα.
- β Tην ηλικία του και το στάδιο της επαγγελματικής του καριέρας.
- γ Tη διάρκεια του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και τα τακτικά έσοδα και έξοδά του.
- δ Όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Η κατανομή κρίνεται από τη διάρκεια και τις ροές του συμβολαίου, από την ηλικία και τη σταδιοδρομία, και από την ανοχή στον κίνδυνο με την ανάγκη ρευστότητας.
-
Επιτρέπεται η έκδοση unit-linked ασφαλιστήριου συμβολαίου στον κομιστή ή σε διαταγή;
- α Επιτρέπεται υπο προϋποθέσεις.
- β Δεν επιτρέπεται στην ασφάλιση προσώπων.
- γ Επιτρέπεται.
- δ Εξαρτάται από τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης.
Γιατί
Στην ασφάλιση προσώπων απαγορεύεται η έκδοση στον κομιστή ή σε διαταγή. Το πρόσωπο του ασφαλισμένου και του δικαιούχου πρέπει να είναι ορισμένο.
-
Κατά τη διαδικασία της πώλησης ενός unit-linked προϊόντος…
- α είναι σημαντικό να υπάρχει μια επαναλαμβανόμενη υπενθύμιση του κινδύνου που ενδεχομένως περιλαμβάνεται στο προϊόν προκειμένου να καταστεί πλήρως σαφές, και τονίζεται ο μακροπρόθεσμος χρονικός ορίζοντας του προϊόντος, καθώς και ο σκοπός που επιτελεί ώστε να συνδεθεί με την ανάγκη του πελάτη.
- β συμπληρώνεται μηχανικά η αίτηση ασφάλισης του πελάτη με κύριο στόχο την επίτευξη της πώλησης.
- γ είναι σημαντικό να υπάρχει μια επαναλαμβανόμενη υπενθύμιση του κινδύνου που ενδεχομένως περιλαμβάνεται στο προϊόν προκειμένου να καταστεί πλήρως σαφές.
- δ τονίζεται ο μακροπρόθεσμος χρονικός ορίζοντας του προϊόντος και τον σκοπό που επιτελεί ώστε να συνδεθεί με την ανάγκη του πελάτη.
Γιατί
Η σωστή πώληση επαναλαμβάνει την προειδοποίηση για τον κίνδυνο, και τονίζει τον μακροπρόθεσμο ορίζοντα μαζί με τον σκοπό του προϊόντος. Η μηχανική συμπλήρωση αίτησης είναι παράπτωμα.
-
Τι πρέπει να αναφέρεται ρητά στα ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής που συνδέονται με επενδύσεις;
- α H μονάδα επένδυσης με την οποία συνδέονται οι παροχές του συμβολαίου και η ημερομηνία έναρξης του προγράμματος.
- β H μονάδα επένδυσης με την οποία συνδέονται οι παροχές του συμβολαίου.
- γ Τα στοιχεία όλων των προσώπων που συνιστούν την επενδυτική επιτροπή.
- δ Η ημερομηνία έναρξης του προγράμματος.
Γιατί
Το συμβόλαιο αναφέρει ρητά τη μονάδα επένδυσης με την οποία συνδέονται οι παροχές, και την ημερομηνία έναρξης. Χωρίς αυτά δεν ορίζεται η αξία.
-
Στην περίπτωση που οι μονάδες επένδυσης ενός unit-linked προγράμματος είναι μερίδια αμοιβαίου κεφαλαίου, τότε…
- α ο κανονισμός αυτού του αμοιβαίου κεφαλαίου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος των γενικών όρων των ασφαλιστηρίων συμβολαίων που συνδέονται με αυτή τη μονάδα επένδυσης.
- β εκδίδεται πρόσθετη πράξη η οποία ενημερώνει τον ασφαλισμένο με ό,τι η ασφαλιστική επιχείρηση κρίνει απαραίτητο προς ενημέρωση του ασφαλισμένου.
- γ ο ασφαλισμένος έχει την υποχρέωση να παρακολουθεί την πορεία της απόδοσης του αμοιβαίου κεφαλαίου από τον ημερήσιο τύπο.
- δ η ασφαλιστική επιχείρηση έχει τη δυνατότητα να επενδύσει σε οποιοδήποτε αμοιβαίο κεφάλαιο της ίδιας κατηγορίας χωρίς να ενημερώνει τον ασφαλισμένο.
Γιατί
Όταν η μονάδα είναι μερίδιο αμοιβαίου κεφαλαίου, ο κανονισμός του αμοιβαίου γίνεται αναπόσπαστο μέρος των γενικών όρων. Έτσι ο ασφαλισμένος δεσμεύεται και προστατεύεται από αυτόν.
-
Στην περίπτωση που οι μονάδες επένδυσης ενός unit-linked προγράμματος είναι μερίδια "εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου", τότε…
- α η ασφαλιστική επιχείρηση οφείλει να δημοσιοποιήσει το όνομα του υπεύθυνου αναλογιστή του προϊόντος.
- β οι γενικοί και ειδικοί όροι του συμβολαίου παραμένουν ως έχουν.
- γ συντάσσεται ειδικός κανονισμός λειτουργίας του "εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου".
- δ τροποποιούνται μόνο οι ειδικοί όροι του συμβολαίου.
Γιατί
Για τα εσωτερικά μεταβλητά κεφάλαια συντάσσεται ειδικός κανονισμός λειτουργίας. Παίζει τον ρόλο που παίζει ο κανονισμός ενός αμοιβαίου κεφαλαίου.
-
Ο ειδικός κανονισμός λειτουργίας του "εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου" περιέχει τουλάχιστον τα εξής στοιχεία:
- α Την απόδοση που θα λάβει ο ασφαλισμένος από την επένδυση του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου.
- β Τα στοιχεία της ασφαλιστικής επιχείρησης (έτος ίδρυσης, αντικείμενο εργασιών, υπεύθυνος αναλογιστής κ.λπ.).
- γ Τα περιουσιακά στοιχεία της ασφαλιστικής επιχείρησης.
- δ Τα στοιχεία του ενεργητικού της ασφαλιστικής επιχείρησης που συγκροτούν το εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο, καθώς και τον τρόπο αποτίμησής του.
Γιατί
Ο ειδικός κανονισμός ορίζει ποια στοιχεία του ενεργητικού συγκροτούν το κεφάλαιο, και πώς αποτιμώνται. Εκεί φαίνεται τι ακριβώς αγοράζει ο ασφαλισμένος.
-
Ο ειδικός κανονισμός λειτουργίας του "εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου" περιέχει:
- α Τα έξοδα που βαρύνουν το εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο, την ημερομηνία συγκρότησής του, την αξία μεριδίου κατά την έκδοση, τον υπολογισμό αξίας των μεριδίων και τον τρόπο διανομής των κερδών.
- β Ανάλυση αντίστοιχων προγραμμάτων της αγοράς, με ειδική αναφορά στον τρόπο λειτουργίας των "εσωτερικών μεταβλητών κεφαλαίων" τους.
- γ Τις εξαιρέσεις που διέπουν το ασφαλιστήριο συμβόλαιο.
- δ Τον τρόπο αποτίμησης των κινητών αξιών που περιλαμβάνονται στο "εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο".
Γιατί
Ο κανονισμός περιέχει επίσης τα έξοδα που βαραίνουν το κεφάλαιο, την ημερομηνία συγκρότησης, την αρχική αξία μεριδίου, τον υπολογισμό της αξίας, και τη διανομή των κερδών.
-
Οι γενικοί όροι των ασφαλιστηρίων ζωής που συνδέονται με επενδύσεις πρέπει να αναφέρουν σε ειδικό όρο:
- α Το χρονικό σημείο της δυνατότητας νέας συμμετοχής (επανεπένδυσης) του ασφαλισμένου.
- β Τα νόμιμα δικαιώματα του ασφαλισμένου που απορρέουν από τη νομοθεσία.
- γ Τη δυνατότητα εξαγοράς που έχει ο ασφαλισμένος.
- δ Το χρονικό σημείο της πίστωσης των μονάδων στον λογαριασμό των ασφαλισμένων.
Γιατί
Οι γενικοί όροι ορίζουν σε ειδικό όρο πότε ακριβώς πιστώνονται οι μονάδες στον λογαριασμό. Η χρονική στιγμή κρίνει την τιμή αγοράς των μεριδίων.
-
Στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου θα πρέπει να αναφέρεται η κατανομή του καταβεβλημένου ποσού από τον αντισυμβαλλόμενο, τουλάχιστον ως εξής:
- α Συνολικό καταβεβλημένο ποσόν, το οποίο περιλαμβάνει όλους τους φόρους και τα τέλη.
- β Τιμή και αριθμός των μονάδων.
- γ Επενδυόμενο ποσόν.
- δ Όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Η πρώτη σελίδα δείχνει το συνολικό καταβεβλημένο ποσό με φόρους και τέλη, το επενδυόμενο ποσό, και την τιμή με τον αριθμό των μονάδων. Έτσι φαίνεται πού πήγε κάθε ευρώ.
-
Στα unit-linked προϊόντα τι θεωρείται ως ασφάλιστρο;
- α Δεν υπάρχει η έννοια του ασφαλίστρου στα unit-linked προϊόντα.
- β Μόνο το ποσόν του συνολικού κεφαλαίου που κατέβαλε ο πελάτης, το οποίο αφορά στο ασφαλιστικό σκέλος του προϊόντος.
- γ Καθορίζεται ανά κατηγορία προϊόντος, ανάλογα με την ασφαλιστική κάλυψη που παρέχει.
- δ Το σύνολο του καταβεβλημένου ποσού.
Γιατί
Στα unit linked ασφάλιστρο είναι όλο το καταβεβλημένο ποσό, και το ασφαλιστικό και το επενδυτικό σκέλος μαζί. Η διάκριση γίνεται εσωτερικά, στην κατανομή.
-
Ως εφάπαξ ολικό ασφάλιστρο νοείται:
- α Tο συνολικό καταβεβλημένο ποσόν το οποίο αναγράφεται στον πίνακα παροχών και ασφαλίστρων του συμβολαίου.
- β Tο συνολικό καταβεβλημένο ποσόν που αντιστοιχεί στο ασφαλιστικό σκέλος του συμβολαίου.
- γ Tο συνολικό καταβεβλημένο ποσόν που αντιστοιχεί στο επενδυτικό σκέλος του συμβολαίου.
- δ Καμία από τις απαντήσεις δεν είναι σωστή.
Γιατί
Εφάπαξ ολικό ασφάλιστρο είναι το συνολικό ποσό που αναγράφεται στον πίνακα παροχών και ασφαλίστρων. Περιλαμβάνει κάθε σκέλος του προϊόντος.
-
Ως επενδυόμενο ποσόν το οποίο αναγράφεται στην πρώτη σελίδα του συμβολαίου νοείται:
- α Το ποσόν που αντιστοιχεί στο εφάπαξ ολικό ασφάλιστρο του επενδυτικού σκέλους πριν από την αφαίρεση των φόρων και τελών.
- β Το ποσόν που προκύπτει στη λήξη του προγράμματος, μαζί με τις ενδεχόμενες αποδόσεις ή εγγυήσεις του προγράμματος.
- γ Το ποσόν που προκύπτει από το εφάπαξ ολικό ασφάλιστρο επενδυτικού σκέλους μετά την αφαίρεση των φόρων και τελών και το οποίο κατανέμεται στο συμβόλαιο σε μερίδια του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου.
- δ Όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Επενδυόμενο ποσό είναι ό,τι μένει από το ασφάλιστρο του επενδυτικού σκέλους μετά τους φόρους και τα τέλη. Αυτό μετατρέπεται σε μερίδια.
-
Τι είναι ο «Κανονισμός Εσωτερικού Μεταβλητού Κεφαλαίου»;
- α Το σύνολο των κανόνων υπό τους οποίους λειτουργεί η ασφαλιστική επιχείρηση.
- β Το σύνολο των κανόνων που διέπουν τα ασφαλιστικά προγράμματα ζωής.
- γ Το σύνολο των κανόνων υπό τους οποίους λειτουργεί το εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο ενός unit-linked προϊόντος.
- δ Το σύνολο των κανόνων που περιγράφονται στη σχετική κοινοτική οδηγία.
Γιατί
Ο κανονισμός του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου είναι το σύνολο των κανόνων λειτουργίας του. Ορίζει πώς φτιάχνεται, πώς αποτιμάται και πώς χρεώνεται.
-
Τι από τα παρακάτω περιγράφεται, τουλάχιστον, στον κανονισμό του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου, ενός unit-linked προϊόντος;
- α Οι αμοιβές και τα έξοδα που βαρύνουν το εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο.
- β Η επενδυτική στρατηγική και ο τρόπος συγκρότησης του ενεργητικού.
- γ Ποιος είναι ο θεματοφύλακας του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου.
- δ Όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Ο κανονισμός περιγράφει την επενδυτική στρατηγική και τη συγκρότηση του ενεργητικού, τον θεματοφύλακα, και τις αμοιβές με τα έξοδα. Είναι η πλήρης ταυτότητα του κεφαλαίου.
-
Ποιο είναι το ανώτερο χρονικό διάστημα που δύναται η ασφαλιστική επιχείρηση να επιβάλλει ως περιορισμό για τη δυνατότητα εξαγοράς ενός ασφαλιστηρίου συμβολαίου unit-linked;
- α Δύο (2) έτη.
- β Δεν υπάρχει περιορισμός.
- γ Ένα (1) έτος.
- δ Τρία (3) έτη.
Γιατί
Η νομοθεσία δεν βάζει ελάχιστο χρόνο πριν από την εξαγορά. Οι όροι μπορούν να ορίσουν παρακράτηση, όχι απαγόρευση για ορισμένα έτη.
-
Τι λαμβάνεται υπόψη ως βάση υπολογισμού της αξίας εξαγοράς ενός ασφαλιστηρίου συμβολαίου;
- α Η ηλικία του πελάτη.
- β Η απόδοση του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου.
- γ Η αξία του πιστωτικού υπολοίπου του λογαριασμού μονάδων του πελάτη μειωμένη με το ποσό του προστίμου εξαγοράς και τυχόν άλλες προμήθειες/έξοδα που βαρύνουν το προϊόν.
- δ Το χρονικό διάστημα παραμονής του πελάτη στο προϊόν.
Γιατί
Η αξία εξαγοράς είναι το πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού μονάδων, μείον το πρόστιμο εξαγοράς και τυχόν άλλα έξοδα. Το υπόλοιπο ακολουθεί την αγορά.
-
Ο πελάτης Π θεωρεί δεδομένο ότι το πόσο που θα εισπράξει στη λήξη του συμβολαίου του είναι αυτό που αναγράφεται στον πίνακα εξαγοράς που περιλαμβάνεται σε αυτό. Ο διαμεσολαβητής…
- α το μόνο ποσό που είναι δεδομένο ότι θα εισπράξει είναι, στην περίπτωση που προβλέπεται από τη σύμβαση, το όποιο εγγυημένο κεφάλαιο.
- β οφείλει να ενημερώσει τον πελάτη ότι τα ποσά που αναγράφονται στον πίνακα εξαγοράς είναι υπολογισμένα με ενδεικτικό επιτόκιο απόδοσης και δεν πρόκειται για εγγυημένα ποσά.
- γ τα ποσά αυτά είναι εγγυημένα μόνο μετά την πάροδο πενταετίας από την έναρξη του συμβολαίου.
- δ οφείλει να ενημερώσει τον πελάτη ότι τα ποσά που αναγράφονται στον πίνακα εξαγοράς είναι υπολογισμένα με ενδεικτικό επιτόκιο απόδοσης και δεν πρόκειται για εγγυημένα ποσά και το μόνο ποσό που είναι δεδομένο ότι θα εισπράξει είναι, στην περίπτωση που προβλέπεται από τη σύμβαση, το όποιο εγγυημένο κεφάλαιο.
Γιατί
Ο πίνακας εξαγοράς στηρίζεται σε ενδεικτικό επιτόκιο, άρα δεν δεσμεύει. Εγγυημένο είναι μόνο το κεφάλαιο που η σύμβαση ονομάζει ρητά εγγυημένο.
-
Ο πελάτης Π αναρωτιέται σε τι ποσοστό συμμετέχει από ενδεχόμενη άνοδο των επιτοκίων; Ο διαμεσολαβητής τον ενημερώνει…
- α ότι το ποσό που θα εισπράξει στη λήξη του προϊόντος είναι ανεξάρτητο από άνοδο ή πτώση των επιτοκίων.
- β ότι συμμετέχει σε ενδεχόμενη υπεραπόδοση του προϊόντος σύμφωνα με το ποσοστό που αναγράφεται στο συμβόλαιό του, π.χ. κατά 90%.
- γ ότι δεν έχει δικαίωμα συμμετοχής σε ενδεχόμενη υπεραπόδοση του προϊόντος εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης.
- δ ότι θα ενημερώνεται για την αλλαγή στο ποσό είσπραξης ανά πενταετία από την ασφαλιστική επιχείρηση.
Γιατί
Η συμμετοχή στην υπεραπόδοση γίνεται με το ποσοστό που γράφει το συμβόλαιο. Το ποσοστό είναι συμβατικό, άρα ο πελάτης το ελέγχει στα χαρτιά του.
-
Τα unit-linked προϊόντα αποτελούν μέρος ενός γενικότερου χώρου ασφαλιστικών προϊόντων "νέας γενιάς", που έχει επικρατήσει να αποκαλούνται…
- α επενδυτικά - ασφαλιστικά προϊόντα.
- β μεταβλητά προϊόντα.
- γ σύγχρονα προϊόντα.
- δ σταθερής απόδοσης προϊόντα.
Γιατί
Η ομάδα αυτή των προϊόντων λέγεται μεταβλητά προϊόντα. Το όνομα δείχνει ότι παροχές και αξία κινούνται μαζί με τις επενδύσεις.
-
Με τη συμμετοχή του σε ένα unit-linked προϊόν, ο πελάτης έμμεσα έχει τη δυνατότητα…
- α επιλογής της ασφαλιστικής επιχείρησης που ανά χρονικά διαστήματα αναλαμβάνει τη διαχείριση του ασφαλιστηρίου του.
- β επιλογής μεταξύ διαφορετικών ασφαλιστικών καλύψεων που αφορούν το ασφαλιστήριό του.
- γ πιο γρήγορης απόδοσης των χρημάτων του.
- δ επιλογής σε ό, τι αφορά την επένδυση των αποθεματικών του ασφαλιστηρίου του.
Γιατί
Ο πελάτης επιλέγει πώς επενδύονται τα αποθεματικά του ασφαλιστηρίου, ανάμεσα στα διαθέσιμα κεφάλαια. Η επιλογή αυτή είναι έμμεση συμμετοχή στη διαχείριση.
-
Αν ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής και η ασφαλιστική επιχείρηση, που διένειμαν το προϊόν, ενημερώσουν τον πελάτη ότι θα πραγματοποιούν περιοδική επανεξέταση της καταλληλότητας του προϊόντος…
- α σε κάθε επόμενη Δήλωση Αξιολόγησης Καταλληλότητας Προϊόντος αναφέρουν μόνο τις μεταβολές στις υπηρεσίες ή στα υποκείμενα περιουσιακά στοιχεία (underlying assets) ή στην κατάσταση του πελάτη.
- β μπορούν να την υποβάλουν και σπανιότερα από τις προβλέψεις της νομοθεσίας, αν ο πελάτης το αποδέχεται.
- γ ενημερώνουν τον πελάτη εγγράφως ή με άλλο σταθερό μέσο, μόνον όταν διαπιστώσουν ότι πλέον το προϊόν είναι ακατάλληλο για τον πελάτη.
- δ επαναλαμβάνουν σε κάθε επόμενη Δήλωση Αξιολόγησης Καταλληλότητας Προϊόντος όλες τις λεπτομέρειες που περιέχονται στην αρχική (προσυμβατική).
Γιατί
Η επόμενη δήλωση καταλληλότητας δεν επαναλαμβάνει όλη την αρχική. Αναφέρει τις μεταβολές στις υπηρεσίες, στα υποκείμενα στοιχεία, ή στην κατάσταση του πελάτη.
-
Παράγοντες που εμποδίζουν την ευρύτερη αποδοχή των unit-linked προϊόντων ενδέχεται να είναι:
- α Ακατάλληλο προς διάθεση προϊόν.
- β Ακατάλληλο αγοραστικό κοινό.
- γ Ακατάλληλο επενδυτικό σκέλος των προς διάθεση προϊόντων.
- δ Ακατάλληλο νομοθετικό και φορολογικό πλαίσιο καθώς και θέματα κουλτούρας των καταναλωτών (π.χ. απροθυμία ανάληψης επενδυτικού κινδύνου).
Γιατί
Η διάδοση των προϊόντων εμποδίζεται από το νομοθετικό και φορολογικό πλαίσιο, και από την κουλτούρα των καταναλωτών. Η απροθυμία ανάληψης κινδύνου βαραίνει πολύ.
-
Στο ασφαλιστικό μέρος ενός unit-linked ασφαλιστηρίου συμβολαίου, μπορούν να ενσωματωθούν διάφορες καλύψεις, όπως:
- α Ασφάλιση θανάτου, μόνιμης ολικής ανικανότητας, απαλλαγής πληρωμής ασφαλίστρων κ.λ.π..
- β Μόνο η ασφάλιση θανάτου.
- γ Εξαρτάται από το τι περιλαμβάνεται και στο επενδυτικό σκέλος του προϊόντος.
- δ Μόνο η ασφάλιση μόνιμης ολικής ανικανότητας.
Γιατί
Το ασφαλιστικό σκέλος δέχεται πολλές καλύψεις: θάνατο, μόνιμη ολική ανικανότητα, απαλλαγή πληρωμής ασφαλίστρων και άλλες. Ο σχεδιασμός ορίζει τι θα μπει.
-
Ο ειδικός κανονισμός του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου αποτελεί τμήμα…
- α των γενικών όρων του ασφαλιστήριου συμβολαίου.
- β των ειδικών όρων του ασφαλιστήριου συμβολαίου.
- γ των γενικών και των ειδικών όρων του ασφαλιστήριου συμβολαίου.
- δ Καμία από τις απαντήσεις δεν είναι σωστή.
Γιατί
Ο ειδικός κανονισμός του εσωτερικού μεταβλητού κεφαλαίου γίνεται τμήμα των γενικών όρων. Έτσι δεσμεύει κάθε ασφαλιστήριο που συνδέεται με το κεφάλαιο.
-
Ισχύει ότι η Απαλλαγή Πληρωμής Ασφαλίστρου (Α.Π.Α.) εμπεριέχεται σε ένα unit-linked προϊόν;
- α Όχι, δεν ισχύει.
- β Ναι, ισχύει σε όλα τα συμβόλαια και εξαρτάται από την ασφαλιστική σύμβαση του προϊόντος.
- γ Ναι, σε όλα τα συμβόλαια.
- δ Εξαρτάται από την ασφαλιστική σύμβαση του προϊόντος.
Γιατί
Η απαλλαγή πληρωμής ασφαλίστρων είναι συμπληρωματική κάλυψη. Υπάρχει μόνο αν την προβλέπει η συγκεκριμένη ασφαλιστική σύμβαση.
-
Ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα των unit-linked προϊόντων είναι:
- α H δυνατότητα της "προσαρμοσμένης" και εξατομικευμένης πώλησης χρηματοοικονομικών - ασφαλιστικών λύσεων.
- β Ο απλός και κατανοητός χαρακτήρας τους.
- γ Ότι δεν επιβαρύνονται με προμήθειες και έξοδα διαχείρισης.
- δ Ότι δεν υπάγονται σε κανένα φορολογικό πλαίσιο.
Γιατί
Το unit linked επιτρέπει εξατομικευμένο συνδυασμό κάλυψης και επένδυσης. Η προσαρμογή στις ανάγκες του συγκεκριμένου πελάτη είναι το μεγάλο του πλεονέκτημα.
-
Για ποιο από τα κάτωθι ΔΕΝ οφείλει να ενημερώσει ο διαμεσολαβητής τον ασφαλισμένο;
- α Για τα ασφάλιστρα που αφορούν την κύρια ασφάλιση αλλά και τις συμπληρωματικές καλύψεις.
- β Για τον πίνακα θνησιμότητας που χρησιμοποιεί η ασφαλιστική επιχείρηση για την κάλυψη του αντίστοιχου κινδύνου.
- γ Για τα στοιχεία του ενεργητικού της ασφαλιστικής επιχείρησης που συγκροτούν το «εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο».
- δ Για το είδος των μονάδων επένδυσης με τις οποίες συνδέονται οι παροχές.
Γιατί
Ο πίνακας θνησιμότητας είναι τεχνικό εργαλείο τιμολόγησης της εταιρείας. Ο πελάτης ενημερώνεται για ασφάλιστρα, για τα στοιχεία του κεφαλαίου και για τις μονάδες επένδυσης.
-
Η αναπροσαρμογή ασφαλίστρου στα unit-linked προϊόντα…
- α είναι προαιρετική από την πλευρά της ασφαλιστικής επιχείρησης.
- β είναι προαιρετική από την πλευρά του ασφαλισμένου.
- γ είναι υποχρεωτική από την πλευρά του ασφαλισμένου.
- δ είναι υποχρεωτική από την πλευρά της ασφαλιστικής επιχείρησης.
Γιατί
Η αναπροσαρμογή του ασφαλίστρου προσφέρεται, και ο ασφαλισμένος αποφασίζει αν θα τη δεχθεί. Είναι δικαίωμα, όχι υποχρέωση.
-
Με ποια τιμή μεριδίου συμμετέχει ο ασφαλισμένος στα αμοιβαία κεφάλαια ενός unit-linked προϊόντος;
- α Με τη μέση τιμή.
- β Με την τιμή εξαγοράς.
- γ Με την τιμή διάθεσης.
- δ Με την καθαρή τιμή.
Γιατί
Η συμμετοχή γίνεται με την τιμή διάθεσης. Η τιμή εξαγοράς ισχύει όταν ο ασφαλισμένος αποχωρεί.
-
Ποια από τις κάτωθι καλύψεις ασφάλισης ζωής μπορεί να προσαρτηθεί σε ένα ασφαλιστήριο unit-linked;
- α Απαλλαγή Πληρωμής Ασφαλίστρων.
- β Μόνιμη Ολική Ανικανότητα.
- γ Πρόσκαιρη συμπληρωματική ασφάλιση απώλειας ζωής.
- δ Όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Στο unit linked προσαρτώνται πολλές καλύψεις ζωής: μόνιμη ολική ανικανότητα, απαλλαγή πληρωμής ασφαλίστρων, πρόσκαιρη ασφάλιση απώλειας ζωής.
-
Ο πελάτης Π διερωτάται αν υπάρχει ο κίνδυνος απώλειας του κεφαλαίου του από τη συμμετοχή του σε ένα unit-linked προϊόν. Ο διαμεσολαβητής…
- α τον ενημερώνει αντικειμενικά για την κατηγορία επενδυτικού κινδύνου του προϊόντος, υπενθυμίζει στον πελάτη τις εγγυήσεις που παρέχει το προϊόν (αν υπάρχουν) και ότι ανάλογα με τη χρονική στιγμή της εξαγοράς, υπάρχει το ενδέχομενο απώλειας μέρος του κεφαλαίου του.
- β αποφεύγει την ερώτηση τονίζοντας το ασφαλιστικό σκέλος του προϊόντος και ότι θα καλύψει ο ίδιος οποιαδήποτε χρηματική του απώλεια.
- γ ενημερώνει τον πελάτη ότι δεν δύναται να απαντήσει σε αυτό του το ερώτημα.
- δ τον καθησυχάζει ενημερώνοντας τον πελάτη ότι οποιαδήποτε ενδεχόμενη απώλεια θα καλυφθεί από την ασφαλιστική επιχείρηση.
Γιατί
Ο διαμεσολαβητής λέει την αλήθεια: ποια κατηγορία κινδύνου έχει το προϊόν, τι εγγυάται, και ότι πρόωρη εξαγορά μπορεί να φέρει απώλεια κεφαλαίου.
-
Η ασφάλιση τύπου unit-linked…
- α καλύπτει τον ασφαλιστικό κίνδυνο και μόνο.
- β χωρίζεται σε δύο μέρη: i) στο ασφαλιστικό και ii) στο επενδυτικό σε αμοιβαίο κεφάλαιο ή εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο.
- γ προβλέπει ότι περιλαμβάνει μόνο επένδυση και καθόλου ασφάλιση.
- δ κατά το 40% είναι ασφάλιση και κατά το 60% επένδυση.
Γιατί
Το unit linked έχει δύο σκέλη: το ασφαλιστικό και το επενδυτικό, σε αμοιβαίο ή σε εσωτερικό μεταβλητό κεφάλαιο. Η αναλογία δεν είναι σταθερή.
-
Τρεις βασικές κατηγορίες προϊόντων unit-linked, είναι:
- α Δεν υπάρχει διάκριση.
- β Χαμηλού, μεσαίου και υψηλού επενδυτικού κινδύνου.
- γ Βραχυπρόθεσμος, μεσοπρόθεσμος και μακροπρόθεσμος επενδυτικός ορίζοντας.
- δ Standard plans, high investment plans (έμφαση στην επένδυση), high life cover plans (έμφαση στην ασφάλιση).
Γιατί
Οι τρεις τύποι είναι standard, με έμφαση στην επένδυση, και με έμφαση στην ασφάλιση. Η επιλογή ακολουθεί τον σκοπό του πελάτη.
-
Όσο μικρότερη είναι η ηλικία του ασφαλισμένου που επενδύει σε προϊόντα unit-linked, τόσο…
- α μεγαλύτερο είναι το ποσοστό των επενδυόμενων ασφαλίστρων που μπορούν να τοποθετηθούν σε εσωτερικά μεταβλητά κεφάλαια μετοχικών επενδύσεων.
- β μεγαλύτερος είναι ο επενδυτικός του χρονικός ορίζοντας.
- γ περισσότερο χρόνο έχει στη διάθεσή του να αντιμετωπίσει τυχόν απώλειες του κεφαλαίου του.
- δ όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Η μικρή ηλικία δίνει μακρύ ορίζοντα, άρα χρόνο να απορροφηθούν οι απώλειες. Έτσι δικαιολογείται μεγαλύτερη έκθεση σε μετοχικά κεφάλαια.
-
Ο πελάτης Π ενημερώνει τον διαμεσολαβητή Δ ότι σε σύντομο χρονικό διάστημα θα χρειαστεί χρήματα και ταυτόχρονα επιμένει να συμμετέχει σε ένα unit-linked προϊον με ελάχιστη διάρκεια 10 έτη, η θέση του διαμεσολαβητή είναι…
- α να ενημερώσει τον Π ότι μπορεί να προχωρήσει σε εξαγορά του προϊόντος οποιαδήποτε στιγμή με ενδεχόμενη απώλεια.
- β να προωθήσει το συγκεκριμένο unit-linked προϊόν, αλλά με λιγότερα χρήματα τοποθέτησης από πλευράς του πελάτη.
- γ να αποτρέψει τον Π από τη συμμετοχή του στο προϊόν, διότι δεν ταιριάζει στο προφίλ του.
- δ υπό προϋποθέσεις, όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Ανάγκη για χρήματα σύντομα και δεκαετής ορίζοντας δεν ταιριάζουν. Ο διαμεσολαβητής αποτρέπει την πώληση, γιατί το προϊόν δεν είναι κατάλληλο.
-
Ο πελάτης Π επιθυμεί να γνωρίζει εκ των προτέρων την απόδοση την οποία θα επιτύχει με τη συμμετοχή του στο unit-linked που του προτείνει ο διαμεσολαβητής. Στη συγκεκριμένη περίπτωση…
- α πρέπει να καταστεί σαφές ότι στα unit-linked προϊόντα, όπως και στα αμοιβαία κεφάλαια, δεν υπάρχει εγγυημένη απόδοση, καθώς επίσης ότι σε ένα unit-linked προϊόν η συμμετοχή αφορά και τις ασφαλιστικές παροχές που προσφέρει το προϊόν, καθώς πρόκειται για ασφαλιστικό και όχι αμιγώς επενδυτικό προϊόν. Επίσης, στην περίπτωση που το προϊόν παρέχει ελάχιστη ετήσια απόδοση, ενημερώνει τον πελάτη ανάλογα και του επισημαίνει τα παράλληλα οφέλη για αυτόν από τη συμμετοχή του στο προϊόν.
- β ο διαμεσολαβητής ενημερώνει τον Π για τις προηγούμενες αποδόσεις του προϊόντος, προσδοκώντας παρόμοιες αποδόσεις στο μέλλον.
- γ στην περίπτωση που το προϊόν παρέχει ελάχιστη ετήσια απόδοση, ενημερώνει τον πελάτη ανάλογα και του επισημαίνει τα παράλληλα οφέλη για αυτόν από τη συμμετοχή του στο προϊόν.
- δ πρέπει να καταστεί σαφές ότι στα unit-linked προϊόντα, όπως και στα αμοιβαία κεφάλαια, δεν υπάρχει εγγυημένη απόδοση, καθώς επίσης ότι σε ένα unit-linked προϊόν η συμμετοχή αφορά και τις ασφαλιστικές παροχές που προσφέρει το προϊόν, καθώς πρόκειται για ασφαλιστικό και όχι αμιγώς επενδυτικό προϊόν.
Γιατί
Ο πελάτης μαθαίνει ότι δεν υπάρχει εγγυημένη απόδοση, και ότι πληρώνει και για ασφαλιστικές παροχές. Αν υπάρχει ελάχιστη απόδοση, αναφέρεται ρητά.
-
Ένας ορισμός για το ασφάλιστρο κάλυψης θανάτου, είναι:
- α Το γινόμενο της πιθανότητας θανάτου επί το ποσό της ενδεχόμενης απόδοσης του προϊόντος.
- β Το γινόμενο της πιθανότητας θανάτου επί το ποσό του εγγυημένου κεφαλαίου του προϊόντος.
- γ Το γινόμενο της πιθανότητας θανάτου επί το κεφάλαιο του κινδύνου που φέρει η ασφαλιστική επιχείρηση για το συγκεκριμένο ασφαλιστήριο.
- δ Το γινόμενο της πιθανότητας θανάτου επί το κεφάλαιο που έχει συγκεντρωθεί από τη συμμετοχή όλων των ασφαλισμένων στο προϊόν.
Γιατί
Το ασφάλιστρο θανάτου είναι η πιθανότητα θανάτου επί το κεφάλαιο κινδύνου. Όσο μικραίνει το κεφάλαιο κινδύνου, τόσο μικραίνει και η χρέωση.
-
Πώς προκύπτει η πιθανότητα θανάτου με την οποία η ασφαλιστική επιχείρηση υπολογίζει το ασφάλιστρο κάλυψης θανάτου και τι αφορά;
- α Από τον πίνακα θνησιμότητας που χρησιμοποιεί η ασφαλιστική επιχείρηση και αφορά την τρέχουσα ηλικία του ασφαλισμένου τη στιγμή που γίνεται ο υπολογισμός και το χρονικό διάστημα κατά το οποίο γίνεται ο υπολογισμός για την κάλυψη του κινδύνου. Αυτό σημαίνει ότι η πιθανότητα αυτή αλλάζει κάθε χρόνο κατά τη διάρκεια της ασφάλισης και μεγαλώνει με την ηλικία του ασφαλισμένου.
- β Προκύπτει από τις προηγούμενες αποζημιώσεις σε περίπτωση θανάτου που έχει καταβάλει η ασφαλιστική επιχείρηση και παραμένει σταθερή καθ' όλη τη διάρκεια του συμβολαίου.
- γ Από τον πίνακα θνησιμότητας που χρησιμοποιεί η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων (EIOPA), υπολογίζεται στην έναρξη κάθε ημερολογιακού έτους και αφορά την τρέχουσα ηλικία του ασφαλισμένου.
- δ Εξαρτάται από την ασφαλιστική επιχείρηση και το ύψος των αποζημιώσεων των παρελθόντων ετών. Συνήθως δεν σχετίζεται με την ηλικία του ασφαλισμένου.
Γιατί
Η πιθανότητα βγαίνει από τον πίνακα θνησιμότητας της εταιρείας, για την τρέχουσα ηλικία και για το διάστημα της κάλυψης. Αλλάζει κάθε χρόνο και μεγαλώνει με την ηλικία.
-
Ο πελάτης Π συμμετέχει σε ένα unit-linked προϊόν του οποίου το επενδυτικό σκέλος επενδύει σε μετοχές εσωτερικού. Έχει τη δυνατότητα ο πελάτης να ζητήσει την αλλαγή τοποθέτησης της επένδυσης που αντιστοιχεί στα χρηματικά του διαθέσιμα;
- α Υπάρχει η δυνατότητα, δύο έτη μετά τη συμμετοχή του στο προϊόν.
- β Δεν προβλέπεται γενικώς αυτή η δυνατότητα.
- γ Υπάρχει η δυνατότητα, οποιαδήποτε στιγμή το επιθυμήσει.
- δ Εξαρτάται από το είδος της ασφαλιστικής σύμβασης και τι προβλέπεται.
Γιατί
Η αλλαγή τοποθέτησης, το switching, προβλέπεται από τη σύμβαση. Οι όροι ορίζουν συχνότητα και τυχόν κόστος.
-
Προβλέπεται, συνήθως, κάποια "επιβράβευση" στη περίπτωση μη ακύρωσης του ασφαλιστήριου από πλευράς του πελάτη πριν τη λήξη του συμβολαίου;
- α Όχι, δεν προβλέπεται τέτοια παροχή.
- β Ναι, προβλέπεται η καταβολή μιας πρόσθετης παροχής (terminal bonus) και είναι συνάρτηση των ετών ισχύος ή των καταβληθέντων ασφαλίστρων.
- γ Εξαρτάται από την ασφαλιστική παροχή του προϊόντος.
- δ Εξαρτάται από το ύψος των καταβληθέντων ασφαλίστρων στη διάρκεια του συμβολαίου.
Γιατί
Πολλά προϊόντα δίνουν πρόσθετη παροχή λήξης, το terminal bonus. Υπολογίζεται πάνω στα έτη ισχύος ή στα καταβληθέντα ασφάλιστρα.
-
Μια άλλη ιδιότητα, χαρακτηριστική των μεταβλητών προϊόντων, είναι και η δυνατότητα που παρέχεται στον κάτοχο της ασφάλισης…
- α να αποχωρεί από το προϊόν της επιλογής, οποιαδήποτε χρονική περίοδο, χωρίς κόστος (penalty).
- β να έχει την επιλογή της ασφαλιστικής κάλυψης στο προϊόν, με την έννοια ότι μπορεί να συμμετέχει μόνο στο επενδυτικό σκέλος.
- γ να καταβάλλει έκτακτα προαιρετικά ασφάλιστρα, σε χρόνο και ύψος της επιλογής του. Οι πρόσθετες αυτές καταβολές έχουν ως συνέπεια την αντίστοιχη ενίσχυση του λογαριασμού μεριδίων του.
- δ Καμία από τις απαντήσεις δεν είναι σωστή.
Γιατί
Ο ασφαλισμένος μπορεί να καταβάλλει έκτακτα ασφάλιστρα, όποτε και όσα θέλει. Ο λογαριασμός μεριδίων ενισχύεται αντίστοιχα.
-
Τι ισχύει για το allocation rate των έκτακτων προαιρετικών ασφαλίστρων;
- α Συνήθως είναι σταθερό και δεν εξαρτάται από το έτος ισχύος της ασφάλισης, όπως συμβαίνει με το allocation rate των τακτικών περιοδικών ασφαλίστρων.
- β Συνήθως είναι κυμαινόμενο και αποφασίζεται στην έναρξη κάθε διαχειριστικής περιόδου.
- γ Ό, τι ισχύει για το allocation rate των τακτικών περιοδικών ασφαλίστρων.
- δ Συνήθως είναι ένα ποσοστό του allocation rate που επιβάλλεται στα τακτικά περιοδικά ασφάλιστρα.
Γιατί
Το ποσοστό καταχώρησης των έκτακτων ασφαλίστρων είναι συνήθως σταθερό. Δεν εξαρτάται από το έτος ισχύος, γιατί δεν φέρει έξοδα πρόσκτησης.
-
Για την ορθή παροχή πληροφοριών προς τον πελάτη, απαραίτητη προϋπόθεση από μέρους του είναι:
- α Να παρέχει τα στοιχεία και την πληροφόρηση εκείνη για την οποία ερωτάται από τον πωλητή/σύμβουλο.
- β Να παρέχει ειλικρινώς τα απαραίτητα στοιχεία και πληροφόρηση για τον εαυτό του προκειμένου να προκύψει ορθώς το επενδυτικό του προφίλ.
- γ Δεν είναι απαραίτητο να δώσει καμία πληροφορία για τη γενικότερη κατάστασή του (οικογενειακή, εισοδηματική κ.λπ.).
- δ Καμία από τις απαντήσεις δεν είναι σωστή.
Γιατί
Η σωστή συμβουλή στηρίζεται σε ειλικρινείς πληροφορίες από τον πελάτη. Λανθασμένα στοιχεία δίνουν λανθασμένο επενδυτικό προφίλ.
-
Ποια από τις παρακάτω πληροφορίες ΔΕΝ οφείλει να παρέχει στον πελάτη ο διαμεσολαβητής πριν από τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης;
- α Το μητρώο στο οποίο είναι εγγεγραμμένος και τα μέσα για την εξακρίβωση της εγγραφής του.
- β Το χρονικό διάστημα που δραστηριοποιείται ως διαμεσολαβητής.
- γ Την ταυτότητα και τη διεύθυνσή του.
- δ Οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση συμμετοχή του σε συγκεκριμένη ασφαλιστική επιχείρηση, στην περίπτωση που αυτή ξεπερνά το 10% των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου αυτής.
Γιατί
Ο διαμεσολαβητής γνωστοποιεί ταυτότητα, διεύθυνση, μητρώο και τρόπο εξακρίβωσης, και συμμετοχή άνω του δέκα τοις εκατό σε ασφαλιστική επιχείρηση. Τα χρόνια προϋπηρεσίας δεν είναι υποχρεωτική πληροφορία.
-
Ο πελάτης Π έχει πανικοβληθεί από διάφορες αλλαγές στη φορολογία και τα οικονομικά δεδομένα της αγοράς και θέλει να προβεί σε διακοπή του συμβολαίου του μόλις ένα έτος μετά τη συμμετοχή του σε αυτό. Ο διαμεσολαβητής πρέπει σε αυτή την πρόθεση του πελάτη ...
- α να τον καθησυχάσει λέγοντάς του ότι τα δεδομένα ενδέχεται να αλλάξουν και πάλι.
- β να του αποστέλει τα απαραίτητα προς υπογραφή έντυπα για την εξαγορά του.
- γ να συζητήσει εκ νέου με τον πελάτη και να δουν εξ αρχής τους λόγους που επιλέχθηκε το συγκεκριμένο προϊόν εστιάζοντας στον σκοπό και τις ανάγκες που εξυπηρετεί.
- δ να επισπεύσει τη διαδικασία εξαγοράς ερχόμενος σε επαφή με την ασφαλιστική επιχείρηση το γρηγορότερο.
Γιατί
Πριν από την εξαγορά, ο διαμεσολαβητής ξαναπιάνει τη συζήτηση από την αρχή: γιατί επιλέχθηκε το προϊόν, ποιον σκοπό υπηρετεί, ποιες ανάγκες καλύπτει.
-
Στο τέλος κάθε διαχειριστικής χρήσης (έτος), η Ανώνυμη Εταιρία Επενδύσεων Μεταβλητού Κεφαλαίου (Α.Ε.Ε.Μ.Κ.), αποστέλλει στον αντισυμβαλλόμενο κατάσταση η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής:
- α Τον συνολικό αριθμό μονάδων και την τιμή μονάδας.
- β Τα στοιχεία στα οποία επενδύονται οι μονάδες.
- γ Τα συνολικά καταβεβλημένα και επενδυόμενα ποσά.
- δ Όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Η ετήσια κατάσταση δείχνει τα συνολικά καταβεβλημένα και επενδυόμενα ποσά, τον αριθμό των μονάδων με την τιμή τους, και τα στοιχεία στα οποία επενδύονται.
-
Η ενημερωτική κατάσταση που η Ανώνυμη Εταιρία Επενδύσεων Μεταβλητού Κεφαλαίου (Α.Ε.Ε.Μ.Κ.), αποστέλλει στον επενδυτή στο τέλος κάθε διαχειριστικής χρήσης...
- α αποστέλλεται με έξοδα του επενδυτή.
- β αποστέλλεται με έξοδα τα οποία επιβαρύνουν την τελική απόδοση του συμβολαίου.
- γ παραμένει στα γραφεία της Α.Ε.Ε.Μ.Κ. και αποστέλλεται μόνο στην περίπτωση που ζητηθεί από τον επενδυτή.
- δ αποστέλλεται με έξοδα της Α.Ε.Ε.Μ.Κ.
Γιατί
Η ετήσια κατάσταση αποστέλλεται με έξοδα της εταιρείας. Η ενημέρωση είναι υποχρέωσή της, όχι υπηρεσία που χρεώνεται.
-
Τι εφαρμόζει η (αντ)ασφαλιστική επιχείρηση προκειμένου να μεταβιβάσει τμήμα ή το σύνολο των κινδύνων της σε τρίτα μέρη;
- α Τεχνικές Μεταβίβασης του Κινδύνου.
- β Τεχνικές Περιορισμού του Κινδύνου.
- γ Τεχνικές Μερικής ή Πλήρους Αποφυγής του Κινδύνου.
- δ Τεχνικές Μετριασμού του Κινδύνου.
Γιατί
Η μεταβίβαση κινδύνων σε τρίτους, όπως με αντασφάλιση, ανήκει στις τεχνικές μετριασμού του κινδύνου. Ο κίνδυνος δεν εξαφανίζεται, αλλάζει χέρια.
-
Πώς λειτουργεί πρακτικά η διαφοροποίηση των ασφαλιστικών εργασιών και ποιο είναι το αποτέλεσμά της;
- α Το δυσνενές αποτέλεσμα από έναν κίνδυνο είναι βέβαιο ότι θα αντισταθμιστεί απόλυτα από το ευνοϊκό αποτέλεσμα σε άλλον κίνδυνο, με συνέπεια να εκμηδενίζεται η έκθεση της ασφαλιστικής επιχείρησης στον κίνδυνο.
- β Το δυσμενές αποτέλεσμα από έναν κίνδυνο μπορεί να αντισταθμιστεί από το ευνοϊκό αποτέλεσμα σε άλλον κίνδυνο, όταν οι κίνδυνοι είναι πλήρως συσχετισμένοι μεταξύ τους, με συνέπεια τη μείωση της έκθεσης της ασφαλιστικής επιχείρησης στον κίνδυνο.
- γ Το δυσμενές αποτέλεσμα από έναν κίνδυνο είναι απίθανο να αντισταθμιστεί από το ευνοϊκό αποτέλεσμα σε άλλον κίνδυνο, διότι οι κίνδυνοι είναι πάντοτε πλήρως συσχετισμένοι μεταξύ τους.
- δ Το δυσμενές αποτέλεσμα από έναν κίνδυνο μπορεί να αντισταθμιστεί από το ευνοϊκό αποτέλεσμα σε άλλον κίνδυνο, όταν οι κίνδυνοι δεν είναι πλήρως συσχετισμένοι μεταξύ τους, με συνέπεια τη μείωση της έκθεσης της ασφαλιστικής επιχείρησης στον κίνδυνο.
Γιατί
Η διαφοροποίηση δουλεύει όταν οι κίνδυνοι δεν είναι πλήρως συσχετισμένοι. Τότε το κακό αποτέλεσμα του ενός αντισταθμίζεται από το καλό του άλλου.
-
Αν μια ασφαλιστική επιχείρηση ανήκει σε μία άλλη επιχείρηση, μη χρηματοπιστωτική, θεωρείται "εξαρτημένη";
- α Μόνο όταν παρέχει κάλυψη για τους κινδύνους της επιχείρησης στην οποία ανήκει, σε ποσοστό άνω του 50% των ετήσιων εγγεγραμμένων ασφαλίστρων της.
- β Μόνο όταν παρέχει ασφαλιστική κάλυψη αποκλειστικά για κινδύνους που εγκρίνει η επιχείρηση στην οποία ανήκει.
- γ Ναι.
- δ Μόνο όταν παρέχει ασφαλιστική κάλυψη αποκλειστικά για τους κινδύνους της επιχείρησης στην οποία ανήκει.
Γιατί
Εξαρτημένη είναι η επιχείρηση που ασφαλίζει αποκλειστικά τους κινδύνους του ομίλου στον οποίο ανήκει. Αν ασφαλίζει και τρίτους, παύει να είναι εξαρτημένη.
-
Οι διατάξεις που αποσκοπούν στην πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας εφαρμόζονται κατά την…
- α άσκηση ασφαλίσεων ζημιών.
- β άσκηση ασφαλίσεων ζωής, του κλάδου ΙV (ατύχημα, ασθένεια) περιλαμβανομένου.
- γ άσκηση ασφαλίσεων ζωής, του κλάδου ΙV (ατύχημα, ασθένεια) εξαιρουμένου.
- δ άσκηση ασφαλίσεων ζωής και ζημιών όλων των κλάδων.
Γιατί
Οι διατάξεις κατά της νομιμοποίησης εσόδων πιάνουν τις ασφαλίσεις ζωής, εκτός από τον κλάδο ατυχήματος και ασθένειας. Εκεί δεν υπάρχει αποταμιευτικό σκέλος για να κρύψει χρήματα.
-
Οι διατάξεις που αποσκοπούν στην πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας αφορούν:
- α Τόσο τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις όσο και τους ανεξάρτητους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές.
- β Μόνον τους ανεξάρτητους ασφαλιστικούς διαμεσολαβητές.
- γ Μόνον τα πιστωτικά ιδρύματα.
- δ Μόνον τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις.
Γιατί
Η υποχρέωση βαραίνει και τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και τους ανεξάρτητους διαμεσολαβητές. Και οι δύο βλέπουν τον πελάτη και τα χρήματα.
-
Πότε οι ανεξάρτητοι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές οφείλουν να εφαρμόζουν μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη;
- α Σε κάθε περίπτωση που υπάρχει υπόνοια για απόπειρα ή διάπραξη των αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, ανεξάρτητα από κάθε παρέκκλιση, εξαίρεση ή κατώτατο όριο ποσού, και για κάθε συναλλαγή αξίας άνω των δέκα χιλιάδων (10.000) €.
- β Σε κάθε περίπτωση που υπάρχει υπόνοια για απόπειρα ή διάπραξη των αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, ανεξάρτητα από κάθε παρέκκλιση, εξαίρεση ή κατώτατο όριο ποσού, και για κάθε συναλλαγή αξίας άνω των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) €.
- γ Σε κάθε περίπτωση που υπάρχει υπόνοια για απόπειρα ή διάπραξη των αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, ανεξάρτητα από κάθε παρέκκλιση, εξαίρεση ή κατώτατο όριο ποσού, και για κάθε συναλλαγή αξίας άνω των είκοσι χιλιάδων (20.000) €.
- δ Σε κάθε περίπτωση που υπάρχει υπόνοια για απόπειρα ή διάπραξη των αδικημάτων νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, ανεξάρτητα από κάθε παρέκκλιση, εξαίρεση ή κατώτατο όριο ποσού, και για κάθε συναλλαγή αξίας άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) €.
Γιατί
Τα μέτρα εφαρμόζονται πάντα όταν υπάρχει υπόνοια, χωρίς όριο ποσού, και σε κάθε συναλλαγή πάνω από δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ. Η υπόνοια υπερισχύει κάθε κατωφλίου.
-
Στα “πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα” που είναι εγκατεστημένα στην Ελλάδα ποια μέτρα εφαρμόζονται:
- α Αυξημένης δέουσας επιμέλειας.
- β Εξαιρετικά αυξημένης επιμέλειας.
- γ Συνήθους δέουσας επιμέλειας.
- δ Απλουστευμένης δέουσας επιμέλειας.
Γιατί
Στα πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα εφαρμόζονται μέτρα αυξημένης δέουσας επιμέλειας, και όταν είναι εγκατεστημένα στην Ελλάδα. Η ιδιότητα, όχι η χώρα, γεννά την υποχρέωση.
-
Ένα σημαντικό μέτρο δέουσας επιμέλειας στο πλαίσιο της καταπολέμησης νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες είναι η πιστοποίηση της ταυτότητας του πραγματικού δικαιούχου του ασφαλιστηρίου. Αν, μετά τη σύναψη της σύμβασης ασφάλισης, δημιουργηθούν αμφιβολίες στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή για την πραγματική ταυτότητα του δικαιούχου, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής....
- α συμβουλεύει τον δικαιούχο να προβεί άμεσα στην εξαγορά του ασφαλιστηρίου.
- β λαμβάνει μέτρα προκειμένου να συλλέξει πληροφορίες για την πραγματική ταυτότητα του δικαιούχου.
- γ δεν το εξετάζει περαιτέρω διότι είναι ήδη πολύ αργά, αφού συνήφθη η σύμβαση.
- δ εκμυστηρεύεται τις ανησυχίες του στον εμφανιζόμενο ως δικαιούχο.
Γιατί
Η αμφιβολία για τον πραγματικό δικαιούχο δεν παραγράφεται με τη σύναψη. Ο διαμεσολαβητής συλλέγει πληροφορίες, και δεν προειδοποιεί τον ελεγχόμενο.
-
Πότε εφαρμόζεται η δέουσα επιμέλεια από τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή στις ασφαλίσεις ζημιών;
- α Η εφαρμογή της δέουσας επιμέλειας είναι δυνατή και μετά τη σύναψη της σύμβασης ασφάλισης, το αργότερο πριν την άσκηση οιωνδήποτε δικαιωμάτων που πηγάζουν από αυτό.
- β Δεν εφαρμόζεται.
- γ Οπωσδήποτε πριν την αλλαγή του δικαιούχου και πριν την οποιαδήποτε μεταβολή στα υποκείμενα της ασφαλιστικής σχέσης.
- δ Οπωσδήποτε πριν από την έναρξη της ασφάλισης.
Γιατί
Στις ασφαλίσεις ζημιών δεν εφαρμόζεται δέουσα επιμέλεια του πλαισίου αυτού: οι υποχρεώσεις αφορούν τις ασφαλίσεις ζωής, όπου υπάρχει μεταφορά και συσσώρευση αξίας.
-
Στις ασφαλίσεις ζωής επιτρέπεται η πιστοποίηση της ταυτότητας του ασφαλισμένου ή/και του δικαιούχου να γίνεται…
- α μετά τη σύναψη της επιχειρηματικής σχέσης και το αργότερο κατά τον χρόνο που ο δικαιούχος ή ο ασφαλισμένος εμφανίζεται στην επιχείρηση και προτίθεται να προβεί σε συναλλαγή, όπως ενδεικτικά να εξαγοράσει το συμβόλαιο ή να ασκήσει δικαιώματα που πηγάζουν από αυτό.
- β μετά τη σύναψη της επιχειρηματικής σχέσης και το αργότερο κατά τον χρόνο που ο δικαιούχος ή ο ασφαλισμένος εμφανίζεται στην επιχείρηση και προτίθεται να προβεί σε συναλλαγή, όπως ενδεικτικά να εξαγοράσει το συμβόλαιο ή να ασκήσει δικαιώματα που πηγάζουν από αυτό. Σε περίπτωση που το ασφάλισμα ή το ποσό της εξαγοράς κατατίθεται σε λογαριασμό με παραπάνω του ενός συνδικαιούχους, πριν την καταβολή του ποσού στον λογαριασμό.
- γ οποτεδήποτε, αφού ο κίνδυνος νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας εκτιμάται ότι είναι μικρός.
- δ σε περίπτωση που το ασφάλισμα ή το ποσό της εξαγοράς κατατίθεται σε λογαριασμό με παραπάνω του ενός συνδικαιούχους, πριν την καταβολή του ποσού στον λογαριασμό.
Γιατί
Η ταυτοποίηση του δικαιούχου μπορεί να γίνει αργότερα, το αργότερο όταν εμφανιστεί για να ασκήσει δικαίωμα. Αν το ποσό πάει σε λογαριασμό με πολλούς συνδικαιούχους, γίνεται πριν από την καταβολή.
-
Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής Μ μαθαίνει ότι ο χαμηλόμισθος πελάτης του Π αγόρασε ένα ακίνητο αντί τιμήματος ενός εκατομμυρίου ευρώ. Ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής Μ εκτιμά ότι αυτή η συναλλαγή είναι πολύ σημαντική για τα οικονομικά δεδομένα του Π. Τι πιθανολογείτε ότι θα σκεφτεί ο Μ;
- α Ότι είναι η κατάλληλη χρονική στιγμή να εφαρμόσει εκτάκτως στον Π τις διαδικασίες συνήθους δέουσας επιμέλειας.
- β Ότι πρέπει να τον προσεγγίσει για να του προτείνει την ασφάλιση του ακινήτου έναντι παντός κινδύνου.
- γ Ο Μ είναι σίγουρος ότι είχε εφαρμόσει σωστά τη διαδικασία δέουσας επιμέλειας προσυμβατικά με τον Π, οπότε δεν ανησυχεί.
- δ Ότι μάλλον δεν είχε συλλέξει αρκετές πληροφορίες για τον Π όταν συνεργάστηκαν, αλλά πλέον είναι αργά.
Γιατί
Συναλλαγή δυσανάλογη προς το γνωστό εισόδημα δικαιολογεί έκτακτη εφαρμογή των μέτρων δέουσας επιμέλειας. Η εικόνα του πελάτη άλλαξε, άρα ο έλεγχος επαναλαμβάνεται.
-
Οι επιχειρήσεις μπορούν να τηρούν τις διαδικασίες απλουστευμένης δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη, όταν ο πελάτης είναι:
- α Επιχείρηση ή οργανισμός στην οποία έχει μειοψηφική συμμετοχή το Δημόσιο.
- β Πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικός οργανισμός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικός οργανισμός που βρίσκεται σε τρίτη χώρα, που επιβάλλει απαιτήσεις ισοδύναμες προς αυτές που προβλέπει η κοινοτική νομοθεσία και υπόκειται σε εποπτεία όσον αφορά στη συμμόρφωσή του προς τις απαιτήσεις αυτές.
- γ Γνωστής ταυτότητας και οι δραστηριότητές του είναι διαφανείς.
- δ Όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Απλουστευμένη επιμέλεια επιτρέπεται όταν ο πελάτης είναι εποπτευόμενο πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοπιστωτικός οργανισμός, της Ένωσης ή τρίτης χώρας με ισοδύναμο πλαίσιο. Ο κίνδυνος είναι ήδη ελεγμένος αλλού.
-
Ο πελάτης Π προσεγγίζει τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή Μ και του ζητεί να διαμεσολαβήσει στη σύναψη σύμβασης ασφάλισης ζωής με επενδυτικά χαρακτηριστικά και με εφάπαξ καταβαλλόμενο ασφάλιστρο 2.000 ευρώ. Ο Μ γνωρίζει ότι ο Π κατηγορείται για φοροδιαφυγή. Ο Μ...
- α θα εφαρμόσει μέτρα δέουσας επιμέλειας προς τον Π.
- β δεν θα εφαρμόσει καμία διαδικασία στο πλαίσιο της νομοθεσίας για την καταπολέμηση νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, διότι το ποσό του ασφαλίστρου είναι πολύ μικρό.
- γ δεν θα εφαρμόσει καμία διαδικασία στο πλαίσιο της νομοθεσίας για την καταπολέμηση νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, διότι η κατηγορία δεν έχει αποδειχθεί.
- δ του προτείνει ένα ασφαλιστήριο με υψηλότερο ασφάλιστρο με σκοπό να υπαχθεί ο Π στη διαδικασία δέουσας επιμέλειας.
Γιατί
Η υπόνοια για εγκληματική δραστηριότητα ενεργοποιεί τα μέτρα, ανεξάρτητα από το ύψος του ασφαλίστρου. Το μικρό ποσό δεν αναιρεί την υποχρέωση.
-
Ο πελάτης Π, επιχειρηματίας, προσεγγίζει τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή Μ για να διαμεσολαβήσει στη σύναψη ομαδικού συνταξιοδοτικού προγράμματος ασφάλισης των εργαζομένων του, το οποίο θα μπορούν να χρησιμοποιούν οι εργαζόμενοι ως εγγύηση για τη λήψη δανείου από άλλους ιδιώτες. Ο Μ…
- α θα εφαρμόσει κανονικά τη διαδικασία συνήθους δέουσας επιμέλειας.
- β εμπιστεύεται τον Π διότι τον γνωρίζει πολλά χρόνια και η εταιρεία του υπήρξε ανέκαθεν κερδοφόρος.
- γ θα εφαρμόσει τη διαδικασία απλουστευμένης δέουσας επιμέλειας, διότι το πρόγραμμα είναι συνταξιοδοτικό.
- δ θα εφαρμόσει τη διαδικασία απλουστευμένης δέουσας επιμέλειας, διότι το ποσό της σύνταξης που θα καταβληθεί είναι πολύ μικρό.
Γιατί
Το συνταξιοδοτικό πρόγραμμα που μπορεί να ενεχυριαστεί για δάνεια από ιδιώτες χάνει την εξαίρεση. Εφαρμόζονται κανονικά τα συνήθη μέτρα δέουσας επιμέλειας.
-
Η υπεράκτια εταιρεία Ο προσεγγίζει τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή Μ για να διαμεσολαβήσει στην ομαδική ασφάλιση του προσωπικού της με συνταξιοδοτικό πρόγραμμα. Ο Μ πρέπει…
- α ο Μ δεν έχει καμία συγκεκριμένη υποχρέωση.
- β να χρησιμοποιήσει το ειδικό έντυπο όπου ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας θα δηλώσει τον πραγματικό δικαιούχο των περιουσιακών στοιχείων της Ο.
- γ να αρνηθεί οποιαδήποτε συναλλαγή με την Ο.
- δ να διαφυλάξει τη μυστικότητα των στοιχείων του πραγματικού δικαιούχου των περιουσιακών στοιχείων της Ο, στο πλαίσιο της επαγγελματικής εχεμύθειας.
Γιατί
Η υπεράκτια εταιρεία κρύβει τον πραγματικό δικαιούχο. Ο νόμιμος εκπρόσωπος δηλώνει τον πραγματικό δικαιούχο σε ειδικό έντυπο.
-
Ο πελάτης Π προσεγγίζει τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή Μ και του ζητεί να διαμεσολαβήσει στη σύναψη σύμβασης ασφάλισης ζωής με επενδυτικά χαρακτηριστικά και με εφάπαξ καταβαλλόμενο ασφάλιστρο 10.000 ευρώ. Ο Μ διάβασε στην εφημερίδα την προηγούμενη εβδομάδα ότι ο Π κατηγορείται για διάπραξη σειράς ληστειών σε συνεργασία με άλλα πέντε άτομα. Ποιο είδος δέουσας επιμέλειας ενεργοποιείται στη συγκεκριμένη περίπτωση;
- α Απλουστευμένης δέουσας επιμέλειας.
- β Συνήθους δέουσας επιμέλειας.
- γ Αυξημένης δέουσας επιμέλειας.
- δ Καμία από τις απαντήσεις, διότι ακόμα δεν έχει αποδειχθεί τίποτε σε βάρος του Π.
Γιατί
Υπόνοια για σοβαρό αδίκημα σημαίνει υψηλό κίνδυνο. Εφαρμόζεται αυξημένη δέουσα επιμέλεια, με περισσότερα στοιχεία και στενότερη παρακολούθηση.
-
Ο πελάτης Π προσέγγισε τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή Μ και του ζήτησε να διαμεσολαβήσει στη σύναψη σύμβασης ασφάλισης ζωής με επενδυτικά χαρακτηριστικά και ετήσιο ασφάλιστρο 20.000 ευρώ. Το ποσό αυτό ο Π παραδίδει πάντοτε εμπρόθεσμα στον Μ και σε μετρητά. Ο Μ…
- α ενεργοποιεί τη διαδικασία απλουστευμένης δέουσας επιμέλειας.
- β ενεργοποιεί τη διαδικασία αυξημένης δέουσας επιμέλειας.
- γ εκτιμά πολύ τον συγκεκριμένο πελάτη και προσπαθεί να τον κρατήσει ικανοποιημένο.
- δ ενεργοποιεί κανονικά τη διαδικασία συνήθους δέουσας επιμέλειας.
Γιατί
Μεγάλα ποσά σε μετρητά, επαναλαμβανόμενα, είναι κλασικός δείκτης κινδύνου. Ενεργοποιείται η αυξημένη δέουσα επιμέλεια.
-
Οι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές μπορούν να βασίζονται σε τρίτα μέρη, όπως πιστωτικά ιδρύματα, για την εκπλήρωση της υποχρέωσης δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. Με τον τρόπο αυτό….
- α απαλλάσσονται από την ευθύνη για την εκπλήρωση της υποχρέωσης δέουσας επιμέλειας, καθώς και από το σχετικό λειτουργικό κόστος.
- β απαλλάσσονται από την ευθύνη για την εκπλήρωση της υποχρέωσης δέουσας επιμέλειας.
- γ η τελική ευθύνη για την εκπλήρωση της υποχρέωσης δέουσας επιμέλειας εξακολουθεί, ωστόσο, να βαρύνει τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή.
- δ το τρίτο μέρος δεν έχει την υποχρέωση να παρέχει προς τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή οποιαδήποτε πληροφορία αποκτά κατά την εφαρμογή των μέτρων δέουσας επιμέλειας για τον πελάτη ή τον πραγματικό δικαιούχο.
Γιατί
Ο διαμεσολαβητής μπορεί να στηριχθεί σε τρίτο μέρος για την ταυτοποίηση. Η τελική ευθύνη όμως μένει δική του, και δεν μεταβιβάζεται.
-
Από την υποχρέωση κατάρτισης εσωτερικών διαδικασιών και λειτουργίας πληροφοριακών συστημάτων, που επιτρέπουν στους υπόχρεους να ανταποκρίνονται πλήρως και ταχέως σε αίτημα ή ερώτηση της Εθνικής Αρχής, της Τράπεζας της Ελλάδος ή άλλων δημοσίων αρχών, σχετικά με το εάν διατηρούν ή είχαν διατηρήσει κατά τα τελευταία πέντε (5) έτη επιχειρηματική σχέση με συγκεκριμένα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, εξαιρούνται...
- α οι ανεξάρτητοι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που εμφανίζουν ετήσια παραγωγή κάτω των εξήντα χιλιάδων (60.000) € καθώς και οι ανεξάρτητοι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που εμφανίζουν ετήσια παραγωγή άνω των εξήντα χιλιάδων (60.000) €, αλλά το τυχόν περιοδικά καταβαλλόμενο ασφάλιστρο υπολείπεται του ποσού των χιλίων (1.000) € ετησίως ή το εφάπαξ καταβαλλόμενο ασφάλιστρο υπολείπεται του ποσού των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) € για το σύνολο των πελατών τους.
- β οι ανεξάρτητοι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που εμφανίζουν ετήσια παραγωγή κάτω των εξήντα χιλιάδων (60.000) €.
- γ οι επιχειρήσεις ασφάλισης ζωής που η ετήσια παραγωγή τους δεν υπερβαίνει τα έξι εκατομμύρια (6.000.000) €.
- δ οι ανεξάρτητοι ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που εμφανίζουν ετήσια παραγωγή άνω των εξήντα χιλιάδων (60.000) €, αλλά το τυχόν περιοδικά καταβαλλόμενο ασφάλιστρο υπολείπεται του ποσού των χιλίων (1.000) € ετησίως ή το εφάπαξ καταβαλλόμενο ασφάλιστρο υπολείπεται του ποσού των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) € για το σύνολο των πελατών τους.
Γιατί
Εξαιρούνται οι διαμεσολαβητές με ετήσια παραγωγή κάτω από 60.000 ευρώ, και όσοι την ξεπερνούν αλλά μένουν κάτω από 1.000 ευρώ περιοδικού ή 2.500 ευρώ εφάπαξ ασφαλίστρου.
-
Οι επιχειρήσεις υποβάλλουν υποχρεωτικά στην Τράπεζα της Ελλάδος…
- α το ονοματεπώνυμο, τη θέση και τα στοιχεία πράξης διορισμού του αρμόδιου διευθυντικού στελέχους ως Υπεύθυνου Συμμόρφωσης καθώς και του αναπληρωτή του.
- β αντίγραφο των εσωτερικών διαδικασιών ελέγχου και επικοινωνίας που έχουν θεσπίσει εγγράφως, για να προλαμβάνουν και να εμποδίζουν τη διενέργεια συναλλαγών, που συνδέονται με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
- γ σε περίπτωση μεταβολής του Υπεύθυνου Συμμόρφωσης ή σε περίπτωση σημαντικών μεταβολών στις διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου και επικοινωνίας, να γνωστοποιούν εγγράφως τις μεταβολές αυτές εντός 10 εργασίμων ημερών, αφότου τίθενται σε ισχύ.
- δ όλες οι απαντήσεις είναι σωστές.
Γιατί
Υποβάλλονται και τα τρία: ο ορισμός του Υπευθύνου Συμμόρφωσης και του αναπληρωτή, οι εσωτερικές διαδικασίες ελέγχου, και κάθε ουσιώδης μεταβολή μέσα σε δέκα εργάσιμες ημέρες.
-
Ποιο από τα παρακάτω έγγραφα μπορεί να πιστοποιήσει την ταυτότητα του πελάτη, όταν αυτός είναι φυσικό πρόσωπο;
- α Το δελτίο αστυνομικής ταυτότητας ή ταυτότητα υπηρετούντων στα Σώματα Ασφαλείας και στις ένοπλες δυνάμεις ή διαβατήριο σε ισχύ.
- β Το εκλογικό βιβλιάριο ή το δίπλωμα οδήγησης.
- γ Το ασφαλιστικό βιβλιάριο ή το βιβλιάριο υγείας.
- δ Καμία από τις απαντήσεις δεν είναι σωστή.
Γιατί
Η ταυτοποίηση γίνεται με επίσημο έγγραφο ταυτοπροσωπίας: αστυνομική ταυτότητα, ταυτότητα σωμάτων ασφαλείας ή ενόπλων δυνάμεων, ή διαβατήριο σε ισχύ.
-
Από ποιο από τα παρακάτω έγγραφα πιστοποιείται ο αριθμός φορολογικού μητρώου (Α.Φ.Μ.) του πελάτη;
- α Από τον πρόσφατο λογαριασμό οργανισμού κοινής ωφέλειας.
- β Από το παραστατικό του ασφαλιστικού φορέα.
- γ Από οποιοδήποτε έγγραφο οικονομικής εφορίας βεβαιώνει τον Α.Φ.Μ. του πελάτη.
- δ Από βεβαίωση του εργοδότη.
Γιατί
Ο αριθμός φορολογικού μητρώου πιστοποιείται από έγγραφο της οικονομικής εφορίας. Οι λογαριασμοί και οι βεβαιώσεις τρίτων δεν αποδεικνύουν τον αριθμό.