Με μια ματιά

  • Ένα αποταμιευτικό ασφαλιστήριο δεν ανταγωνίζεται μόνο άλλα ασφαλιστήρια. Ανταγωνίζεται την κατάθεση, το αμοιβαίο κεφάλαιο και το ταμείο επαγγελματικής ασφάλισης.
  • Τα τέσσερα έχουν διαφορετικό ορίζοντα, διαφορετικό κόστος εξόδου και διαφορετικό δίχτυ προστασίας.
  • Το ίδιο έντυπο, το έγγραφο βασικών πληροφοριών, τα κάνει συγκρίσιμα1.
  • Η φορολογία αλλάζει το αποτέλεσμα περισσότερο από τη διαφορά στις χρεώσεις.
  • Ρευστότητα και απόδοση δεν συνυπάρχουν. Όποιος σας υπόσχεται και τα δύο, κάτι παραλείπει.

Η ουσία

Όταν κάποιος αποφασίζει να βάλει χρήματα στην άκρη, δεν ψάχνει ασφαλιστήριο. Ψάχνει πού θα τα βάλει. Το ασφαλιστικό αποταμιευτικό είναι μία από τις απαντήσεις, και βρίσκεται στο ίδιο τραπέζι με τρεις ακόμη.

Αυτό το άρθρο δεν προσπαθεί να ανακηρύξει νικητή. Δείχνει πώς μοιάζουν τα τέσσερα από κοντά, πού διαφέρουν πραγματικά και πώς μπαίνουν δίπλα δίπλα χωρίς να βγει λάθος συμπέρασμα.

Έχει και έναν δεύτερο αποδέκτη. Η ύλη της πιστοποίησης για τα επενδυτικά προϊόντα ζητά ρητά γνώση «της αγοράς των προϊόντων αποταμίευσης», όχι μόνο της ασφαλιστικής αγοράς. Ο λόγος είναι απλός: ο πελάτης συγκρίνει ούτως ή άλλως, και ένας πωλητής που ξέρει μόνο τη γκάμα του δεν μπορεί να εξηγήσει γιατί ταιριάζει αυτό που προτείνει.

Τα τέσσερα σπίτια της αποταμίευσης

Ο τραπεζικός λογαριασμός και η προθεσμιακή κατάθεση. Το ποσό είναι γνωστό κάθε στιγμή. Η απόδοση είναι μικρή, ο κίνδυνος αγοράς είναι μηδενικός, και τα χρήματα φεύγουν αυθημερόν ή μετά από λίγες ημέρες. Καλύπτονται από το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων μέχρι το όριο που ισχύει ανά καταθέτη και ανά τράπεζα.

Το αμοιβαίο κεφάλαιο. Αγοράζετε μερίδια ενός χαρτοφυλακίου που διαχειρίζεται εταιρεία διαχείρισης. Η αξία ανεβοκατεβαίνει, δεν υπάρχει υπόσχεση απόδοσης, και συνήθως ρευστοποιείτε μέσα σε λίγες εργάσιμες ημέρες. Εποπτεύεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

Το ταμείο επαγγελματικής ασφάλισης. Είναι αυτοτελές νομικό πρόσωπο, συνήθως δεμένο με κλάδο ή με εργοδότη. Οι εισφορές έχουν ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση, η έξοδος πριν τη συνταξιοδότηση είναι περιορισμένη, και οι κανόνες κεφαλαίων δεν είναι οι ίδιοι με μιας ασφαλιστικής επιχείρησης2.

Το ασφαλιστικό αποταμιευτικό πρόγραμμα. Είναι ασφαλιστήριο πρώτα και αποταμιευτικό δεύτερα. Μπορεί να δίνει εγγυημένο επιτόκιο ή να συνδέεται με μονάδες επένδυσης. Έχει δικαιούχο, έχει ασφαλιστική κάλυψη, και έχει αξία εξαγοράς που τα πρώτα χρόνια είναι μικρότερη από τα πληρωμένα ασφάλιστρα.

Τι εγγυάται ο καθένας, στην πραγματικότητα

Η λέξη «εγγύηση» χρησιμοποιείται για τρία εντελώς διαφορετικά πράγματα, και εκεί γεννιούνται οι περισσότερες παρεξηγήσεις.

Η κατάθεση εγγυάται το ποσό, μέχρι το ασφαλισμένο όριο, ακόμη και αν η τράπεζα καταρρεύσει. Το αμοιβαίο κεφάλαιο δεν εγγυάται τίποτα για την αξία, εγγυάται όμως ότι τα στοιχεία ανήκουν στους μεριδιούχους και όχι στη διαχειρίστρια. Το ασφαλιστήριο με εγγυημένο επιτόκιο εγγυάται συγκεκριμένο ποσό σε συγκεκριμένη ημερομηνία, με όρους που είναι γραμμένοι και σχεδόν πάντα προϋποθέτουν ότι θα φτάσετε στη λήξη.

Κανένα από τα τέσσερα δεν εγγυάται απόδοση όταν το προϊόν είναι συνδεδεμένο με επενδύσεις. Εκεί ο κίνδυνος της αγοράς ανήκει εξαρχής σε εσάς, και κανένα δίχτυ προστασίας δεν καλύπτει πτώση τιμών. Τα δίχτυα απαντούν σε άλλον κίνδυνο, τον πιστωτικό, δηλαδή στο ενδεχόμενο να μην υπάρχει ο αντισυμβαλλόμενος.

Το κόστος, όπως φαίνεται στο χαρτί

Εδώ η σύγκριση γίνεται δύσκολη, γιατί οι χρεώσεις δεν έχουν το ίδιο όνομα σε κάθε κλάδο. Το αμοιβαίο μιλά για προμήθεια διάθεσης και αμοιβή διαχείρισης. Το ασφαλιστήριο μιλά για έξοδα πρόσκτησης, διοικητικά και κόστος καλύψεων. Το ταμείο μιλά για λειτουργικά έξοδα.

Ο Κανονισμός για τα συσκευασμένα επενδυτικά προϊόντα έλυσε ακριβώς αυτό. Κάθε προϊόν που απευθύνεται σε ιδιώτη επενδυτή συνοδεύεται από τυποποιημένο έγγραφο τριών σελίδων, με τον ίδιο δείκτη κινδύνου, τα ίδια σενάρια και τα κόστη εκφρασμένα ως ετήσια επιβάρυνση1. Δύο έγγραφα από διαφορετικούς κλάδους μπαίνουν δίπλα δίπλα και διαβάζονται.

Ένα σημείο που ξεφεύγει συχνά: στο ασφαλιστήριο τα έξοδα είναι εμπροσθοβαρή. Ένα μέρος από τα ασφάλιστρα των πρώτων ετών δεν αγοράζει μονάδες και δεν χτίζει αποθεματικό. Στο αμοιβαίο η επιβάρυνση είναι πιο ομοιόμορφη στον χρόνο. Για τον ίδιο ορίζοντα εικοσαετίας η διαφορά μπορεί να κλείσει. Για ορίζοντα τριών ετών δεν κλείνει ποτέ.

Ρευστότητα: πόσο ακριβά βγαίνετε

Αυτό είναι, στην πράξη, το κριτήριο που χωρίζει σωστή από λανθασμένη επιλογή περισσότερο από κάθε άλλο.

Από τον λογαριασμό βγαίνετε αμέσως και χωρίς ζημιά. Από το αμοιβαίο βγαίνετε σε λίγες ημέρες, στην τιμή που ισχύει εκείνη τη στιγμή. Από το ταμείο συνήθως δεν βγαίνετε πριν την ηλικία που ορίζει ο κανονισμός του. Από το ασφαλιστήριο βγαίνετε με εξαγορά, και τα πρώτα χρόνια παίρνετε λιγότερα από όσα πληρώσατε.

Γι αυτό το αποθεματικό ανάγκης δεν πάει ποτέ σε προϊόν με εμπροσθοβαρή έξοδα. Ο κανόνας δεν είναι θέμα προτίμησης. Είναι αριθμητικός: αν υπάρχει πιθανότητα να χρειαστείτε τα χρήματα μέσα σε τρία χρόνια, το κόστος εξόδου τρώει ό,τι θα κέρδιζε η επένδυση.

Η φορολογία αλλάζει το αποτέλεσμα

Δύο προϊόντα με την ίδια μεικτή απόδοση αφήνουν διαφορετικό ποσό στο χέρι, γιατί δεν φορολογούνται με τον ίδιο τρόπο. Η μεταχείριση διαφέρει ανά μορφή προϊόντος, ανά διάρκεια και ανά τρόπο καταβολής. Ένα εφάπαξ δεν αντιμετωπίζεται όπως μια περιοδική πρόσοδος.

Δεν γράφουμε εδώ συντελεστές, γιατί αλλάζουν και γιατί κάθε περίπτωση έχει λεπτομέρειες. Το πρακτικό συμπέρασμα είναι ότι η φορολογία ελέγχεται στην τρέχουσα νομοθεσία πριν την υπογραφή, και όχι από μνήμη ούτε από παρουσίαση πωλήσεων. Η σύγκριση που αγνοεί τη φορολογία συγκρίνει λάθος αριθμούς.

Ποιος εποπτεύει ποιον

Η εποπτεία ακολουθεί τη μορφή του προϊόντος και όχι τον σκοπό του. Την ιδιωτική ασφάλιση εποπτεύει η Τράπεζα της Ελλάδος. Τα αμοιβαία κεφάλαια και τις εταιρείες διαχείρισης εποπτεύει η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Τα ταμεία επαγγελματικής ασφάλισης έχουν δική τους εποπτεία.

Αυτό έχει συνέπεια που ενδιαφέρει τον καταναλωτή: σε ποιον απευθύνεστε αν κάτι πάει στραβά. Ένα παράπονο για ασφαλιστήριο δεν πηγαίνει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, και ένα παράπονο για αμοιβαίο δεν πηγαίνει στην Τράπεζα της Ελλάδος. Η διαδρομή αρχίζει πάντοτε από την ίδια την εταιρεία και συνεχίζει στην αρμόδια αρχή.

Πώς συγκρίνονται σωστά δύο προτάσεις

Τέσσερα βήματα, με αυτή τη σειρά.

Ίδιος ορίζοντας. Δέκα χρόνια σε ένα προϊόν και πέντε στο άλλο δεν είναι σύγκριση. Ο συνιστώμενος χρόνος διακράτησης γράφεται στο έγγραφο.

Ίδια κάλυψη. Αν το ένα περιλαμβάνει ασφάλιση θανάτου και το άλλο όχι, αφαιρέστε νοερά το κόστος της κάλυψης πριν κοιτάξετε απόδοση. Αλλιώς συγκρίνετε ένα προϊόν με ένα προϊόν συν μια υπηρεσία.

Συνολικά κόστη ανά έτος. Ένας αριθμός, από το τυποποιημένο έγγραφο, για τον ίδιο ορίζοντα.

Κόστος πρόωρης εξόδου. Το χειρότερο σενάριο δεν είναι η πτώση της αγοράς. Είναι η ανάγκη να βγείτε νωρίς.

Ό,τι μένει έξω από αυτά τα τέσσερα, κυρίως η ιστορική απόδοση, περιγράφει το παρελθόν ενός χαρτοφυλακίου και όχι χαρακτηριστικό του προϊόντος.

Τι ρωτά ένας διαμεσολαβητής που κάνει τη δουλειά του

Πριν προτείνει επενδυτικό προϊόν, ο νόμος του ζητά περισσότερα από ό,τι σε μια ασφάλεια πυρός. Οφείλει να εξετάσει τη γνώση και την εμπειρία σας στα χρηματοοικονομικά, την οικονομική σας κατάσταση και την ικανότητα να αντέξετε ζημιά, τους στόχους σας και τον χρόνο που τους αντιστοιχεί.

Οφείλει επίσης να δηλώσει ποιος είναι: κατηγορία, αριθμός μητρώου και αν έχει το χωριστό πιστοποιητικό για επενδυτικά προϊόντα. Δεν το έχουν όλοι, γιατί είναι άλλη εξέταση με άλλη ύλη.

Αν κανείς δεν σας ρώτησε τίποτα από αυτά και η πρόταση ήρθε έτοιμη, η πώληση δεν έγινε με τον τρόπο που περιγράφει ο νόμος. Δεν είναι τυπικότητα: η καταγραφή των απαιτήσεων και των αναγκών είναι το έγγραφο που δείχνει, αργότερα, γιατί σας δόθηκε αυτό και όχι κάτι άλλο.

Πού κάνει λάθος η σύγκριση

Τρία σφάλματα επαναλαμβάνονται.

Το πρώτο είναι η σύγκριση εγγυημένου με μη εγγυημένο. Ένα πρόγραμμα με εγγύηση κεφαλαίου θα δείχνει πάντοτε χαμηλότερη προσδοκώμενη απόδοση από ένα συνδεδεμένο με μονάδες, γιατί η εγγύηση κοστίζει. Αυτό δεν το κάνει χειρότερο. Το κάνει διαφορετικό.

Το δεύτερο είναι η σύγκριση μεικτής με καθαρή απόδοση. Οι αριθμοί μιας παρουσίασης δεν έχουν πάντοτε αφαιρέσει τα ίδια πράγματα.

Το τρίτο είναι η σύγχυση των διχτυών προστασίας. Το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων αφορά καταθέσεις, το Εγγυητικό Κεφάλαιο Ζωής αφορά ασφαλίσεις ζωής, και κανένα δεν αφορά το άλλο. Είναι η πιο συχνή παρανόηση όταν το ίδιο πρόσωπο έχει και τα δύο.

Τι δείχνουν τα δημόσια στοιχεία

Η ελληνική ασφαλιστική αγορά δημοσιεύει περισσότερα από όσα νομίζουν οι περισσότεροι. Η Ένωση Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος εκδίδει ετήσιες στατιστικές μελέτες ανά κλάδο3, και κάθε εποπτευόμενη εταιρεία δημοσιεύει έκθεση φερεγγυότητας και χρηματοοικονομικής κατάστασης. Είναι οι δύο ανοιχτές πηγές που επιτρέπουν σε οποιονδήποτε να ελέγξει μεγέθη χωρίς εσωτερική πληροφόρηση.

Για όποιον συγκρίνει προϊόντα, η χρησιμότητα είναι έμμεση αλλά πραγματική: μια εταιρεία με ισχυρή κεφαλαιακή θέση και σταθερό χαρτοφυλάκιο είναι πιθανότερο να τηρήσει μια υπόσχεση που εκτείνεται είκοσι χρόνια μπροστά.

Τι κάνει ο πληθωρισμός στη σύγκριση

Υπάρχει ένας κίνδυνος που δεν φαίνεται σε κανένα φυλλάδιο, γιατί δεν έχει σχέση με το προϊόν. Είναι η απώλεια αγοραστικής δύναμης.

Ένα ποσό που μένει δέκα χρόνια σε λογαριασμό με μηδενικό επιτόκιο δεν χάνει ευρώ. Χάνει όμως δυνατότητα: αγοράζει λιγότερα στο τέλος από όσα αγόραζε στην αρχή. Η αίσθηση ασφάλειας που δίνει η σταθερή ονομαστική αξία κρύβει μια πραγματική μείωση.

Το ίδιο ισχύει και για ένα ασφαλιστήριο με εγγυημένο επιτόκιο. Η εγγύηση αφορά ονομαστικό ποσό. Αν ο πληθωρισμός τρέξει πιο γρήγορα από την εγγύηση, το εγγυημένο κεφάλαιο φτάνει ακέραιο και μικρότερο σε αξία.

Δεν υπάρχει προϊόν που λύνει αυτό το πρόβλημα χωρίς να προσθέσει άλλον κίνδυνο. Οι επενδυτικές επιλογές που ιστορικά αντέχουν τον πληθωρισμό είναι και αυτές που κινούνται περισσότερο βραχυπρόθεσμα. Η επιλογή δεν είναι ανάμεσα σε κίνδυνο και ασφάλεια. Είναι ανάμεσα σε δύο κινδύνους, και εξαρτάται από τον χρόνο.

Τι αλλάζουν τα επιτόκια

Η αγορά αποταμιευτικών προϊόντων αλλάζει σχήμα κάθε φορά που αλλάζει το επίπεδο των επιτοκίων, και αυτό εξηγεί γιατί τα προϊόντα του 2005 δεν μοιάζουν με τα σημερινά.

Όταν τα επιτόκια είναι υψηλά, μια ασφαλιστική μπορεί να υποσχεθεί εγγυημένη απόδοση χωρίς να αναλάβει μεγάλο βάρος, γιατί τα ομόλογα που αγοράζει αποδίδουν. Όταν πέφτουν, η ίδια υπόσχεση γίνεται ακριβή, δεσμεύει κεφάλαια και βαραίνει τον ισολογισμό2.

Το αποτέλεσμα φάνηκε σε όλη την Ευρώπη. Τα εγγυημένα προγράμματα υποχώρησαν και τη θέση τους πήραν τα συνδεδεμένα με επενδύσεις, όπου ο κίνδυνος αγοράς μένει στον ασφαλισμένο. Δεν ήταν εμπορική απόφαση μόνο. Ήταν συνέπεια κανόνων κεφαλαιακής επάρκειας που τιμολογούν την υπόσχεση.

Για τον αποταμιευτή το πρακτικό συμπέρασμα είναι ένα: μια εγγύηση που υπάρχει σήμερα στην αγορά έχει συγκεκριμένο κόστος, και το κόστος αυτό φαίνεται είτε ως χαμηλότερη απόδοση είτε ως υψηλότερη χρέωση. Δωρεάν εγγύηση δεν υπάρχει.

Τρεις άνθρωποι, τρεις σωστές απαντήσεις

Η θεωρία γίνεται καθαρή με παραδείγματα. Τα τρία που ακολουθούν δεν είναι συμβουλή. Δείχνουν πώς η ίδια ερώτηση παίρνει διαφορετική απάντηση.

Η Μαρία, 29 ετών, μισθωτή, χωρίς αποθεματικό. Δεν έχει καμία δουλειά σε αποταμιευτικό ασφαλιστήριο. Πρώτα χτίζει τρεις με έξι μισθούς σε λογαριασμό που ανοίγει αμέσως. Αν κλειδώσει αυτά τα χρήματα σε δεκαετές πρόγραμμα, η πρώτη απρόβλεπτη δαπάνη θα την αναγκάσει σε πρόωρη εξαγορά με ζημιά.

Ο Νίκος, 41 ετών, ελεύθερος επαγγελματίας με παιδί δύο ετών. Έχει αποθεματικό και σταθερό εισόδημα. Ένα πρόγραμμα με ορίζοντα δεκαπέντε ετών ταιριάζει, και το ασφαλιστικό σκέλος μετράει: αν συμβεί κάτι σε αυτόν, οι εισφορές συνεχίζονται ή το κεφάλαιο καταβάλλεται στον δικαιούχο. Ένα αμοιβαίο κεφάλαιο δεν κάνει τίποτα από τα δύο. Δείτε τι καλύπτει ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα πριν αποφασίσετε.

Η Ελένη, 57 ετών, δημόσιος υπάλληλος, οκτώ χρόνια πριν τη σύνταξη. Ο ορίζοντας είναι κοντά. Προϊόν με εμπροσθοβαρή έξοδα δεν προλαβαίνει να τα αποσβέσει, και μεγάλη έκθεση σε μετοχές δεν έχει χρόνο να ανακάμψει από μια πτώση. Εδώ μετράει η προβλεψιμότητα περισσότερο από την προσδοκώμενη απόδοση.

Και οι τρεις έκαναν την ίδια ερώτηση. Καμία απάντηση δεν ταιριάζει στους άλλους δύο.

Το ασφαλιστικό σκέλος, αποτιμημένο

Μία ένσταση ακούγεται συχνά και αξίζει ευθεία απάντηση: «γιατί να πληρώσω ασφάλιση μέσα σε αποταμίευση, αντί να κρατήσω τα δύο χωριστά;»

Η ένσταση έχει βάση. Ένα φθηνό πρόσκαιρο συμβόλαιο ζωής μαζί με ένα αμοιβαίο κεφάλαιο συχνά κοστίζει λιγότερο από ένα σύνθετο προϊόν που κάνει και τα δύο. Ο συνδυασμός απαιτεί όμως πειθαρχία, γιατί δύο αποφάσεις χρειάζονται δύο ανανεώσεις και δύο ελέγχους.

Υπάρχουν τρία σημεία όπου το ενιαίο προϊόν έχει πραγματικό πλεονέκτημα. Ο ορισμός δικαιούχου, που στέλνει το ποσό απευθείας χωρίς αναμονή. Η απαλλαγή πληρωμής ασφαλίστρων σε ανικανότητα, που κρατά το πρόγραμμα ζωντανό όταν το εισόδημα σταματά. Και η ίδια η αυτοματοποίηση, που για πολλούς ανθρώπους είναι ο λόγος που το πρόγραμμα ολοκληρώνεται αντί να εγκαταλειφθεί τον τρίτο χρόνο.

Η απάντηση επομένως δεν είναι θεωρητική. Εξαρτάται από το αν ο συγκεκριμένος άνθρωπος θα τηρήσει μόνος του ένα πρόγραμμα για δεκαπέντε χρόνια.

Δύο ερωτήσεις πριν από κάθε υπογραφή

Πριν διαλέξετε ανάμεσα στα τέσσερα, απαντήστε δύο πράγματα γραπτά.

Πότε θα χρειαστείτε αυτά τα χρήματα; Όχι πότε θα θέλατε, αλλά πότε υπάρχει ρεαλιστική πιθανότητα να τα ζητήσετε. Η απάντηση αποκλείει μόνη της τα μισά προϊόντα.

Τι θα κάνετε αν η αξία πέσει είκοσι τοις εκατό τον τρίτο χρόνο; Αν η ειλικρινής απάντηση είναι ότι θα ρευστοποιήσετε, τότε το συνδεδεμένο με επενδύσεις προϊόν δεν ταιριάζει, όσο καλά και αν διαβάζεται στο χαρτί. Η μεγαλύτερη ζημιά σε αυτή την αγορά δεν έρχεται από κακή επιλογή προϊόντος. Έρχεται από σωστό προϊόν που εγκαταλείφθηκε στη χειρότερη στιγμή.

Το συμπέρασμα

Η ερώτηση «ποιο είναι καλύτερο» δεν έχει απάντηση, γιατί είναι λάθος ερώτηση. Τα τέσσερα προϊόντα δεν ανταγωνίζονται για την ίδια θέση.

Ο λογαριασμός κρατά τα χρήματα των επόμενων μηνών. Το αμοιβαίο και το ασφαλιστήριο δουλεύουν σε ορίζοντα δεκαετίας, με διαφορετική ισορροπία ανάμεσα σε ευελιξία και προστασία. Το ταμείο χτίζει σύνταξη με φορολογικό κίνητρο και περιορισμένη έξοδο.

Ένα πρόγραμμα που τα συνδυάζει είναι σχεδόν πάντοτε καλύτερο από ένα που διαλέγει. Η αναλογία ανάμεσά τους δεν είναι σταθερή: μετακινείται καθώς αλλάζει η ηλικία, το εισόδημα και ο αριθμός των ανθρώπων που εξαρτώνται από εσάς. Γι αυτό ένα αποταμιευτικό πρόγραμμα θέλει επανεξέταση κάθε λίγα χρόνια, όπως κάθε άλλο συμβόλαιο που υπογράφεται για μεγάλο χρονικό διάστημα. Και το πρώτο βήμα δεν είναι το προϊόν. Είναι η ερώτηση πότε θα χρειαστείτε τα χρήματα.

Συχνές ερωτήσεις

Είναι το ασφαλιστικό αποταμιευτικό καλύτερο από μια προθεσμιακή κατάθεση;

Ούτε καλύτερο ούτε χειρότερο. Απαντά σε άλλη ερώτηση. Η κατάθεση κρατά χρήματα που ίσως χρειαστείτε φέτος και δεν κινδυνεύουν. Το ασφαλιστήριο χτίζει ποσό για μια δεκαετία μπροστά και προσθέτει κάλυψη. Αν βάλετε το ταμείο ανάγκης σε ασφαλιστήριο, θα το πληρώσετε στην πρώτη πρόωρη εξαγορά.

Γιατί ένα αμοιβαίο κεφάλαιο μοιάζει φθηνότερο;

Επειδή συνήθως είναι, στα αρχικά έξοδα. Δεν έχει ασφαλιστικό σκέλος, δεν έχει κόστος ιατρικού ελέγχου και βγαίνετε πιο εύκολα. Πληρώνετε όμως και εσείς διαχείριση κάθε χρόνο. Η σωστή σύγκριση είναι τα συνολικά κόστη ανά έτος για τον ίδιο ορίζοντα, όπως τα γράφει το έγγραφο βασικών πληροφοριών.

Τι κερδίζω από το ασφαλιστήριο που δεν δίνει το αμοιβαίο;

Τρία πράγματα. Ορίζετε δικαιούχο, οπότε το ποσό πηγαίνει κατευθείαν σε αυτόν χωρίς να περιμένει την κληρονομική διαδικασία. Έχετε ασφαλιστική κάλυψη αν συμβεί κάτι πριν τη λήξη. Και σε πολλά προγράμματα η εταιρεία συνεχίζει τις εισφορές αν μείνετε ανίκανος για εργασία.

Το ΤΕΑ πού διαφέρει από όλα αυτά;

Το ΤΕΑ είναι αυτοτελές νομικό πρόσωπο με δικά του όργανα και δική του εποπτεία, όχι ασφαλιστική επιχείρηση. Δεν υπόκειται στους ίδιους κανόνες κεφαλαίων και δεν δίνει εγγύηση εταιρείας. Το βασικό του πλεονέκτημα είναι η φορολογική μεταχείριση των εισφορών.

Πώς ξέρω ότι ο διαμεσολαβητής μου μπορεί να πουλήσει επενδυτικό προϊόν;

Ρωτήστε τον. Οφείλει να σας πει την κατηγορία του, τον αριθμό μητρώου του και αν έχει το ειδικό πιστοποιητικό για επενδυτικά προϊόντα. Δεν το έχουν όλοι οι εγγεγραμμένοι διαμεσολαβητές, γιατί είναι χωριστή εξέταση.

Αν πτωχεύσει η εταιρεία, χάνω τα χρήματα;

Για τις ασφαλίσεις ζωής λειτουργεί το Εγγυητικό Κεφάλαιο Ζωής, και τα περιουσιακά στοιχεία των unit linked τηρούνται χωριστά. Οι τραπεζικές καταθέσεις καλύπτονται από άλλο σχήμα, το Ταμείο Εγγύησης Καταθέσεων. Κανένα από τα δύο δεν σας αποζημιώνει επειδή έπεσαν οι αγορές.

Πρέπει να διαλέξω ένα μόνο από τα τέσσερα;

Όχι, και σχεδόν ποτέ δεν είναι σωστό. Τα τέσσερα καλύπτουν διαφορετικούς ορίζοντες. Λογαριασμός για τους επόμενους μήνες, αμοιβαίο ή ασφαλιστήριο για τη δεκαετία, ταμείο για τη σύνταξη. Η ερώτηση δεν είναι ποιο κερδίζει, αλλά τι κάνει το καθένα στο δικό σας πρόγραμμα.

Νομοθεσία που αναφέρεται: ν. 4364/2016 · Κανονισμός (ΕΕ) 1286/2014 · ν. 4583/2018 άρ. 28

Πηγές

  1. ↑ Κανονισμός (ΕΕ) 1286/2014, έγγραφο βασικών πληροφοριών για PRIIP, 2014
  2. ↑ ν. 4364/2016, προσαρμογή στην Οδηγία Solvency II, 2016
  3. ↑ ΕΑΕΕ, Στατιστική Επετηρίδα Ασφάλισης 2024, Νοέμβριος 2025

Δημοσιεύτηκε 17 Σεπτεμβρίου 2026. Επόμενος έλεγχος 17 Σεπτεμβρίου 2027.