Σε ένα αποταμιευτικό ή συνταξιοδοτικό συμβόλαιο θα ακούσετε τη φράση «σας το δίνω εγγυημένο». Πίσω της υπάρχει ένας συγκεκριμένος αριθμός, γραμμένος στους όρους, που δεσμεύει την εταιρεία για δεκαετίες. Αυτή η εγγυημένη απόδοση (εγγυημένο επιτόκιο) είναι το μόνο πράγμα που ξέρετε με βεβαιότητα σε ένα προϊόν του οποίου το αποτέλεσμα θα το δείτε στα εξήντα πέντε σας. Αξίζει λοιπόν να καταλάβετε πού ακριβώς εφαρμόζεται, γιατί σπάνια εφαρμόζεται εκεί που νομίζει ο κόσμος.
Τι είναι, με απλά λόγια
Το επιτόκιο δεν τρέχει πάνω σε όλα τα χρήματα που δίνετε. Τρέχει πάνω στο μαθηματικό απόθεμα, δηλαδή στο κομμάτι του ασφαλίστρου που μένει αφού αφαιρεθούν τα έξοδα και το κόστος των καλύψεων.
Αυτή η διάκριση εξηγεί γιατί ένα πρόγραμμα με εγγυημένο 2% δεν σας δίνει 2% πάνω στα χρήματα που πληρώσατε. Τα πρώτα χρόνια η απόδοση στα δικά σας χρήματα είναι αρνητική, γιατί τα αρχικά έξοδα έχουν φάει ένα κομμάτι. Ο τόκος δουλεύει πάνω σε ό,τι απομένει, και χρειάζεται χρόνος για να καλύψει τη διαφορά.
Πάνω από το εγγυημένο επιτόκιο υπάρχει συχνά και η συμμετοχή στα κέρδη. Είναι ένα επιπλέον ποσοστό που δίνει η εταιρεία όταν οι επενδύσεις της πάνε καλά. Δεν είναι υποχρέωση, είναι μοίρασμα. Η διαφορά ανάμεσα στο «εγγυημένο» και στο «προσδοκώμενο» είναι η διαφορά ανάμεσα σε αυτό που θα πάρετε και σε αυτό που ελπίζετε.
Πού το συναντάτε
Στα κλασικά αποταμιευτικά και συνταξιοδοτικά προγράμματα, στα μικτά συμβόλαια ζωής και σε προγράμματα εγγυημένου κεφαλαίου. Δεν το συναντάτε στα unit linked, όπου η απόδοση εξαρτάται από την αξία των μονάδων και η εταιρεία δεν υπόσχεται τίποτα, εκτός αν υπάρχει ρητή εγγύηση κεφαλαίου στη λήξη.
Στην ελληνική αγορά το ύψος του έχει ιστορία που αξίζει να ξέρετε. Στη δεκαετία του 1990 πωλήθηκαν συμβόλαια με εγγυήσεις γύρω στο 4% και 5%, σε εποχή υψηλών επιτοκίων. Όταν τα επιτόκια κατέρρευσαν, αυτές οι υποσχέσεις έγιναν βαρύ φορτίο για τις εταιρείες, και κάποιες προσπάθησαν να τις μειώσουν μονομερώς. Ακολούθησαν δικαστικές διαμάχες που κράτησαν χρόνια.
Σήμερα οι εγγυήσεις είναι πολύ πιο συντηρητικές, συχνά κάτω από το 1%, και το βάρος έχει μετακινηθεί στη συμμετοχή στα κέρδη. Όποιος σας τάζει υψηλή εγγυημένη απόδοση σήμερα, ή δεν εννοεί εγγυημένη ή δεν μιλάει για όλο το κεφάλαιο.
Ένα παράδειγμα
Η Ρένα στο Μαρούσι κλείνει συνταξιοδοτικό στα 40 της, με 200 ευρώ τον μήνα για είκοσι πέντε χρόνια. Θα δώσει συνολικά 60.000 ευρώ. Το πρόγραμμα έχει εγγυημένο επιτόκιο 1% και προσδοκώμενη συνολική απόδοση γύρω στο 2,5%, με τη συμμετοχή στα κέρδη.
Με το εγγυημένο μόνο, και αφού περάσουν τα έξοδα, το κεφάλαιο στα 65 της υπολογίζεται λίγο πάνω από τις 62.000 ευρώ. Με την προσδοκώμενη απόδοση, το φυλλάδιο δείχνει γύρω στις 78.000. Η διαφορά των 16.000 ευρώ δεν είναι υπόσχεση. Είναι σενάριο.
Η Ρένα ρωτάει το σωστό ερώτημα: ποιο είναι το χειρότερο σενάριο; Η απάντηση είναι οι 62.000, δηλαδή ουσιαστικά τα χρήματά της πίσω, με ελάχιστο κέρδος, μετά από εικοσιπέντε χρόνια. Αν ο πληθωρισμός τρέξει στο 2% όλο αυτό το διάστημα, η αγοραστική δύναμη των 62.000 θα είναι μικρότερη από αυτή των 60.000 που έδωσε.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το προϊόν είναι κακό. Σημαίνει ότι το αγοράζετε για την πειθαρχία, για τις καλύψεις που το συνοδεύουν και για τη βεβαιότητα, όχι για την απόδοση. Όποιος θέλει απόδοση, κοιτάζει αλλού και αναλαμβάνει τον κίνδυνο που αντιστοιχεί.
Πώς το συγκρίνετε με τα υπόλοιπα
Βάλτε δίπλα δίπλα τρεις επιλογές για τα ίδια 200 ευρώ τον μήνα. Η πρώτη είναι ο τραπεζικός λογαριασμός, με μηδενική σχεδόν απόδοση αλλά με απόλυτη ρευστότητα και με εγγύηση καταθέσεων. Η δεύτερη είναι το ασφαλιστικό πρόγραμμα με εγγύηση, με χαμηλή απόδοση, με χρεώσεις στην αρχή, με ποινή αν φύγετε νωρίς, αλλά και με καλύψεις ζωής και ανικανότητας από πάνω. Η τρίτη είναι ένα επενδυτικό χαρτοφυλάκιο, με υψηλότερη προσδοκώμενη απόδοση και με κίνδυνο να δείτε το κεφάλαιό σας μειωμένο σε μια κακή χρονιά.
Καμία δεν είναι η σωστή για όλους. Το ασφαλιστικό πρόγραμμα κερδίζει όταν ξέρετε ότι μόνοι σας δεν θα κρατούσατε τον ρυθμό, και όταν οι καλύψεις που κουβαλάει σας είναι πράγματι χρήσιμες. Χάνει όταν το αγοράζετε νομίζοντας ότι είναι επένδυση.
Τι λέει ο νόμος
Το πλαίσιο Φερεγγυότητα II, που ισχύει στην Ελλάδα με τον ν. 4364/2016, υποχρεώνει την εταιρεία να αποτιμά τις μακροχρόνιες υποσχέσεις της με τα σημερινά επιτόκια και να κρατάει κεφάλαια για αυτές. Όσο υψηλότερη η εγγύηση, τόσο περισσότερα κεφάλαια απαιτούνται. Αυτός είναι ο πραγματικός λόγος που οι εγγυήσεις μίκρυναν, και ταυτόχρονα ο λόγος που είναι πιο αξιόπιστες από ό,τι παλιά.
Η εγγύηση είναι συμβατική υποχρέωση της εταιρείας απέναντί σας. Δεν αλλάζει μονομερώς. Αν ο ασφαλιστής σας προτείνει τροποποίηση, έχετε δικαίωμα να αρνηθείτε και το συμβόλαιο συνεχίζει όπως υπογράφηκε.
Η εγγύηση όμως αξίζει όσο και ο εγγυητής. Δεν υπάρχει κρατικό ταμείο που καλύπτει τα αποταμιευτικά ασφαλιστήρια όπως καλύπτονται οι τραπεζικές καταθέσεις. Γι’ αυτό, πριν από ένα εικοσιπενταετές πρόγραμμα, ανοίγετε την έκθεση φερεγγυότητας της εταιρείας και κοιτάτε τον δείκτη της.
Τι να προσέξετε
- Ρωτήστε πού εφαρμόζεται. Στο απόθεμα ή στα καταβαλλόμενα ασφάλιστρα; Η απάντηση αλλάζει το τελικό ποσό κατά χιλιάδες ευρώ.
- Ζητήστε το χειρότερο σενάριο γραπτά. Ο πίνακας με το εγγυημένο, χωρίς τη συμμετοχή στα κέρδη, είναι ο μόνος που δεσμεύει.
- Μετρήστε τον πληθωρισμό. Μια εγγύηση κάτω από το 1% σε ορίζοντα εικοσαετίας συνήθως δεν κερδίζει την άνοδο των τιμών. Πείτε το στον εαυτό σας από την αρχή.
- Κοιτάξτε τις χρεώσεις δίπλα στην απόδοση. Ένα πρόγραμμα με εγγύηση 1,5% και υψηλά έξοδα δίνει λιγότερα από ένα με 1% και χαμηλά.
Μια εγγύηση είναι υπόσχεση για είκοσι πέντε χρόνια, και η αξία της κρίνεται από το ποιος την κάνει. Συγκρίνετε τις εταιρείες και τις χρεώσεις τους πριν διαλέξετε, στη σύγκριση ασφαλιστικών προϊόντων.
Νομοθεσία που αναφέρεται: ν. 4364/2016
Δημοσιεύτηκε 13 Σεπτεμβρίου 2026. Επόμενος έλεγχος 13 Σεπτεμβρίου 2027.