Πλήρης προσομοίωση EN

Επίσημη τράπεζα · Ασφαλιστικός πράκτορας

Ερωτήσεις 201 έως 250

Σελίδα 5 από 12 της επίσημης τράπεζας ερωτήσεων, με τη σωστή απάντηση σε κάθε ερώτηση.

Ανεξάρτητη προετοιμασία. Δεν διενεργούμε εξετάσεις και δεν εκδίδουμε πιστοποιητικά. Αυτό το κάνει μόνο η Τράπεζα της Ελλάδος. Οι ερωτήσεις εδώ είναι οι δημοσιευμένες της ΤτΕ, αυτούσιες.

Η σωστή απάντηση είναι σημειωμένη. Το αρχείο της Τράπεζας της Ελλάδος τη δίνει, και εδώ φαίνεται όπως είναι. Για να θυμηθείτε χωρίς να βλέπετε την απάντηση, δοκιμάστε τις κάρτες μελέτης, ένα σύντομο τεστ ή την πλήρη προσομοίωση.

  1. 201

    Ερώτηση 201 της επίσημης τράπεζας

    Η έλλειψη ασφαλιστικού συμφέροντος στην ασφάλιση κατά ζημιών καθιστά:

    • α Την ασφάλιση άκυρη στο σύνολό της.
    • β Απαλλάσσει τον ασφαλισμένο από την υποχρέωση καταβολής ασφαλίστρου.
    • γ Την ασφάλιση άκυρη ως προς τους συμπληρωματικούς κινδύνους που καλύπτει.
    • δ Την ασφάλιση άκυρη ως προς το μέρος της κύριας/βασικής κάλυψης.

    Γιατί

    Χωρίς ασφαλιστικό συμφέρον η ασφάλιση κατά ζημιών είναι άκυρη στο σύνολό της. Δεν σώζεται μέρος της: αν δεν υπάρχει οικονομική σχέση με το αγαθό, δεν υπάρχει τίποτε να αποκατασταθεί.

  2. 202

    Ερώτηση 202 της επίσημης τράπεζας

    Ποιος από τους παρακάτω ΔΕΝ δύναται να ζητήσει την ασφάλιση ενός ακινήτου με την αιτιολογία ότι έχει ασφαλιστικό συμφέρον;

    • α Ο ενοικιαστής.
    • β Ο Δήμος ή η Περιφέρεια στην οποία εντάσσεται γεωγραφικά το ακίνητο.
    • γ Ο έχων την πλήρη κυριότητα του ακινήτου.
    • δ Ο ενυπόθηκος δανειστής, που είναι η τράπεζα.

    Γιατί

    Ασφαλιστικό συμφέρον έχει ο ιδιοκτήτης, ο ενοικιαστής για τη δική του ευθύνη και ο ενυπόθηκος δανειστής για την εξασφάλισή του. Ο δήμος δεν έχει οικονομική σχέση με το συγκεκριμένο ακίνητο, άρα δεν έχει συμφέρον.

  3. 203

    Ερώτηση 203 της επίσημης τράπεζας

    Εκείνος που έχει το ασφαλιστικό συμφέρον του ασφαλιζόμενου έναντι ζημιών πράγματος είναι…

    • α όποιος έχει δικαίωμα κυριότητας ή ενέχυρου ή υποθήκης ή κατοχής.
    • β όποιος προσδοκά να το κληρονομήσει.
    • γ όποιος έχει δικαίωμα κυριότητας σε αυτό και μόνον.
    • δ ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής.

    Γιατί

    Το συμφέρον γεννιέται από κάθε οικονομική σχέση με το πράγμα: κυριότητα, ενέχυρο, υποθήκη, κατοχή. Η προσδοκία κληρονομιάς δεν είναι σχέση, είναι ελπίδα.

  4. 204

    Ερώτηση 204 της επίσημης τράπεζας

    Σε ποιες συμβάσεις ασφάλισης είναι δυσχερές να διακρίνουμε ανάμεσα στο "ίδιο" και το "ξένο" ασφαλιστικό συμφέρον;

    • α Στα αποταμιευτικά προγράμματα με δικαιούχους τα τέκνα του αντισυμβαλλόμενου.
    • β Στα ασφαλιστήρια αστικής ευθύνης.
    • γ Στις ομαδικές ασφαλίσεις νοσοκομειακών προγραμμάτων.
    • δ Στις ασφαλίσεις ζωής.

    Γιατί

    Στην αστική ευθύνη η διάκριση ίδιου και ξένου συμφέροντος θολώνει: ο ασφαλισμένος προστατεύει τη δική του περιουσία από αξιώσεις τρίτων, και ταυτόχρονα η κάλυψη εξυπηρετεί τον τρίτο που θα αποζημιωθεί.

  5. 205

    Ερώτηση 205 της επίσημης τράπεζας

    Ποιο από τα παρακάτω ΔΕΝ αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της ασφαλιστικής σύμβασης;

    • α Το τυχόν ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή (ασφαλιστικό ποσό).
    • β Το ασφάλιστρο.
    • γ Το είδος των ασφαλιστικών κινδύνων.
    • δ Το ασφαλιστήριο συμβόλαιο.

    Γιατί

    Ουσιώδη στοιχεία είναι ο κίνδυνος, το ασφάλιστρο και το ασφαλιστικό ποσό. Το ασφαλιστήριο είναι το έγγραφο που τα αποτυπώνει: αποδεικνύει τη σύμβαση, δεν τη συνιστά.

  6. 206

    Ερώτηση 206 της επίσημης τράπεζας

    Με τον όρο "ασφάλισμα" εννοούμε:

    • α Την ασφαλιστική σύμβαση.
    • β Την παροχή στην οποία υποχρεούται ο ασφαλιστής όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση.
    • γ Τα χρήματα που πληρώνει ο πελάτης για να διατηρεί το συμβόλαιό του σε ισχύ.
    • δ Τον ασφαλιζόμενο κίνδυνο.

    Γιατί

    Ασφάλισμα είναι η παροχή που οφείλει ο ασφαλιστής όταν επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση. Το ασφάλιστρο είναι αυτό που πληρώνει ο πελάτης, και η δύο λέξεις μπερδεύονται εύκολα επειδή μοιάζουν.

  7. 207

    Ερώτηση 207 της επίσημης τράπεζας

    ........ είναι το χρηματικό ποσό που υποχρεούται να καταβάλει ο λήπτης της ασφάλισης στον ασφαλιστή ως αντάλλαγμα για την παροχή προς αυτόν ασφαλιστικής προστασίας.

    • α Ασφάλιστρο.
    • β Ασφαλιστικό ποσό.
    • γ Ασφαλιζόμενο κεφάλαιο.
    • δ Ασφάλισμα.

    Γιατί

    Ασφάλιστρο είναι το χρηματικό αντάλλαγμα για την ασφαλιστική προστασία. Το ασφαλιστικό ποσό είναι το ανώτατο όριο ευθύνης, και το ασφάλισμα είναι η παροχή που καταβάλλεται.

  8. 208

    Ερώτηση 208 της επίσημης τράπεζας

    Προϋπόθεση για την έναρξη ασφαλιστικής κάλυψης σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 2496/1997 είναι:

    • α Η συμφωνία μεταξύ των δύο μερών.
    • β Η καταβολή του εφάπαξ ασφαλίστρου ή της πρώτης δόσης τμηματικής καταβολής.
    • γ Η υπογραφή της αίτησης.
    • δ Η αποδοχή των όρων της ασφάλισης από τον λήπτη της ασφάλισης.

    Γιατί

    Η κάλυψη αρχίζει με την καταβολή του εφάπαξ ασφαλίστρου ή της πρώτης δόσης. Η υπογραφή και η συμφωνία δεν αρκούν: ο νόμος συνδέει ρητά την έναρξη με την πληρωμή.

  9. 209

    Ερώτηση 209 της επίσημης τράπεζας

    Σε περίπτωση καθυστέρησης εκ μέρους του αντισυμβαλλόμενου στην καταβολή ληξιπρόθεσμης δόσης ασφαλίστρων, η καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης εκ μέρους του ασφαλιστή γίνεται ως εξής:

    • α Τηλεφωνική επικοινωνία.
    • β Γραπτή δήλωση με την οποία γνωστοποιείται στον λήπτη της ασφάλισης ότι περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής ασφαλίστρου θα επιφέρει, μετά την πάροδο 1 μηνός από την κοινοποίηση της δήλωσης, τη λήξη της ασφάλισης.
    • γ Γραπτή δήλωση με την οποία γνωστοποιείται στον λήπτη της ασφάλισης ότι περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής ασφαλίστρου θα επιφέρει την άμεση λήξη της ασφάλισης.
    • δ Γραπτή δήλωση με την οποία γνωστοποιείται στον λήπτη της ασφάλισης ότι περαιτέρω καθυστέρηση καταβολής ασφαλίστρου θα επιφέρει, μετά την πάροδο 15 ημερών από την κοινοποίηση της δήλωσης, τη λήξη της ασφάλισης.

    Γιατί

    Η καταγγελία για ληξιπρόθεσμη δόση γίνεται γραπτά και παράγει αποτέλεσμα έναν μήνα μετά την κοινοποίηση. Ο μήνας υπάρχει για να προλάβει ο λήπτης να πληρώσει και να μη μείνει ακάλυπτος από παράλειψη.

  10. 210

    Ερώτηση 210 της επίσημης τράπεζας

    Η ασφαλιστική σύμβαση δημιουργεί υποχρεώσεις:

    • α Στον λήπτη της ασφάλισης, για καταβολή ασφαλίστρου.
    • β Στην ασφαλιστική επιχείρηση, για καταβολή αποζημίωσης, και στον λήπτη της ασφάλισης, για καταβολή ασφαλίστρου.
    • γ Ούτε στην ασφαλιστική επιχείρηση για καταβολή αποζημίωσης, ούτε στον λήπτη της ασφάλισης για καταβολή ασφαλίστρου.
    • δ Στην ασφαλιστική επιχείρηση, για καταβολή αποζημίωσης.

    Γιατί

    Η ασφαλιστική σύμβαση είναι αμφοτεροβαρής: ο ασφαλιστής οφείλει την παροχή όταν επέλθει ο κίνδυνος, ο λήπτης οφείλει το ασφάλιστρο. Οι δύο υποχρεώσεις στέκουν μαζί.

  11. 211

    Ερώτηση 211 της επίσημης τράπεζας

    Στα ουσιώδη ή συστατικά στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης περιλαμβάνονται:

    • α Τα προσωπικά στοιχεία του αιτιώμενου.
    • β Η απόδειξη παράδοσης/παραλαβής του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.
    • γ Τα έντυπα εναντίωσης ή/και υπαναχώρησης.
    • δ H διάρκεια της ασφάλισης, το ασφάλιστρο και το εφαρμοστέο δίκαιο.

    Γιατί

    Ουσιώδη στοιχεία είναι η διάρκεια, το ασφάλιστρο και το εφαρμοστέο δίκαιο, μαζί με τον κίνδυνο και το ασφαλιστικό ποσό. Τα έντυπα εναντίωσης και οι αποδείξεις παράδοσης είναι διαδικασία, όχι συστατικά στοιχεία.

  12. 212

    Ερώτηση 212 της επίσημης τράπεζας

    Ποιος είναι ο ρόλος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου;

    • α Αποδεικνύει την ύπαρξη και τους όρους της σύμβασης, που υπάρχει ανεξάρτητα από τη γραπτή της αποτύπωση (αποδεικτικός χαρακτήρας).
    • β Σε αυτό στηρίζεται ο αναλογιστής για τον υπολογισμό των αποθεμάτων.
    • γ Το ασφαλιστήριο έχει και συστατικό, και αποδεικτικό χαρακτήρα.
    • δ Αν δεν υπάρχει το έντυπο ασφαλιστήριο, δεν έχει συναφθεί η σύμβαση (συστατικός χαρακτήρας).

    Γιατί

    Το ασφαλιστήριο έχει αποδεικτικό και όχι συστατικό χαρακτήρα: η σύμβαση υπάρχει και χωρίς αυτό, και το έγγραφο αποδεικνύει την ύπαρξη και τους όρους της.

  13. 213

    Ερώτηση 213 της επίσημης τράπεζας

    Γιατί υποχρεούται η ασφαλιστική επιχείρηση να παραδίδει στον ασφαλισμένο το ασφαλιστήριο συμβόλαιο;

    • α Επειδή το ασφαλιστήριο συμβόλαιο είναι ουσιώδες και συστατικό στοιχείο της ασφαλιστικής σύμβασης.
    • β Επειδή, αν δεν παραδοθεί το ασφαλιστήριο, δεν μπορεί να αναγγείλει νόμιμα ο ασφαλισμένος την επέλευση της ζημίας.
    • γ Επειδή, αν δεν παραδοθεί το ασφαλιστήριο, δεν ξεκινάει η κάλυψη από την ασφαλιστική επιχείρηση.
    • δ Για να μπορεί να αποδείξει ο ασφαλισμένος, αν χρειαστεί, την ύπαρξη και τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης.

    Γιατί

    Το ασφαλιστήριο παραδίδεται για να μπορεί ο ασφαλισμένος να αποδείξει τη σύμβαση και τους όρους της. Η κάλυψη δεν εξαρτάται από την παράδοση, ούτε η δυνατότητα αναγγελίας ζημιάς.

  14. 214

    Ερώτηση 214 της επίσημης τράπεζας

    Προκειμένου να συναφθεί η σύμβαση ασφάλισης…

    • α ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής υποβάλλει αίτηση ασφάλισης στην ασφαλιστική επιχείρηση για λογαριασμό του πελάτη του.
    • β ο ασφαλισμένος υποβάλλει αίτηση ασφάλισης στον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή.
    • γ η ασφαλιστική επιχείρηση υποβάλλει αίτηση ασφάλισης στον λήπτη της ασφάλισης.
    • δ ο λήπτης της ασφάλισης υποβάλλει αίτηση ασφάλισης στην ασφαλιστική επιχείρηση.

    Γιατί

    Η αίτηση ασφάλισης υποβάλλεται από τον λήπτη της ασφάλισης προς την ασφαλιστική επιχείρηση. Ο διαμεσολαβητής τη συμπληρώνει και τη διαβιβάζει, η αίτηση όμως είναι του πελάτη και τα στοιχεία της είναι δικά του.

  15. 215

    Ερώτηση 215 της επίσημης τράπεζας

    Ποια η σημασία της αίτησης ασφάλισης;

    • α Έχει τυπική σημασία και συμπληρώνεται από τον ασφαλιστικό διαμεσολαβητή.
    • β Είναι προαιρετική και για ορισμένους μόνο κλάδους ασφάλισης και είναι νομικά αδιάφορο ποιος τη συμπληρώνει.
    • γ Ουσιαστική, στην περιγραφή του κινδύνου και στη συμφωνία για τα ουσιώδη μέρη της σύμβασης ασφάλισης.
    • δ Χρησιμοποιείται μόνον στις ασφαλίσεις ζωής και συμπληρώνεται από τον ίδιο τον πελάτη.

    Γιατί

    Η αίτηση έχει ουσιαστική σημασία: εκεί περιγράφεται ο κίνδυνος και συμφωνούνται τα ουσιώδη της σύμβασης. Πάνω σε αυτήν κρίνεται αργότερα αν δηλώθηκαν σωστά τα στοιχεία του κινδύνου.

  16. 216

    Ερώτηση 216 της επίσημης τράπεζας

    Γιατί η ασφαλιστική σύμβαση χαρακτηρίζεται ως σύμβαση προσχώρησης;

    • α Γιατί οι γενικοί όροι συναλλαγών δεν έχουν τη δυνατότητα τροποποίησης.
    • β Γιατί ο πελάτης έχει δικαίωμα εναντίωσης.
    • γ Γιατί τα ποσά αποζημίωσης είναι προσυμφωνημένα.
    • δ Γιατί ο πελάτης έχει τη δυνατότητα να αλλάξει τις καλύψεις και τους όρους (γενικούς και ειδικούς) του συμβολαίου.

    Γιατί

    Σύμβαση προσχώρησης σημαίνει ότι οι γενικοί όροι δεν διαπραγματεύονται: ο πελάτης προσχωρεί σε ένα έτοιμο κείμενο. Γι αυτόν ακριβώς τον λόγο ο νόμος επιβάλλει διαφάνεια των όρων και έλεγχο των καταχρηστικών.

  17. 217

    Ερώτηση 217 της επίσημης τράπεζας

    Ποια από τις παρακάτω προτάσεις έρχεται σε αντίθεση με την έννοια των γενικών όρων ασφάλισης;

    • α Οι γενικοί όροι είναι οριστικοί και μη διαπραγματεύσιμοι.
    • β Οι γενικοί όροι διέπονται από το ασφαλιστικό δίκαιο και το δίκαιο για την προστασία του καταναλωτή και υπόκεινται σε έλεγχο καταχρηστικότητας.
    • γ Οι γενικοί όροι αφορούν ακαθόριστο αριθμό ασφαλιστικών συμβάσεων.
    • δ Οι γενικοί όροι είναι ευμετάβλητοι και συντάσσονται κατόπιν διαπραγμάτευσης με τον πελάτη.

    Γιατί

    Οι γενικοί όροι είναι εξ ορισμού προδιατυπωμένοι για ακαθόριστο αριθμό συμβάσεων και δεν διαπραγματεύονται. Γι αυτό υπόκεινται σε έλεγχο καταχρηστικότητας: η προστασία αντικαθιστά τη διαπραγμάτευση που δεν υπάρχει.

  18. 218

    Ερώτηση 218 της επίσημης τράπεζας

    Οι ειδικοί όροι ενός ασφαλιστηρίου συμβολαίου:

    • α Έχουν ιδιαίτερη σημασία σε ένα συμβόλαιο, αλλά σε κάθε περίπτωση υπερισχύουν οι γενικοί όροι.
    • β Τροποποιούν ή συμπληρώνουν τους γενικούς όρους και υπερισχύουν αυτών.
    • γ Έχουν την ίδια βαρύτητα με τους γενικούς όρους.
    • δ Δεν έχουν ιδιαίτερη σημασία, γιατί υπερισχύουν οι γενικοί όροι.

    Γιατί

    Οι ειδικοί όροι τροποποιούν ή συμπληρώνουν τους γενικούς και υπερισχύουν αυτών. Η λογική είναι ότι το ειδικό εκφράζει τη συγκεκριμένη συμφωνία των μερών, ενώ το γενικό ισχύει για όλους.

  19. 219

    Ερώτηση 219 της επίσημης τράπεζας

    Τι είναι η Πρόσθετη Πράξη;

    • α Η αίτηση του συμβαλλομένου για μεγαλύτερη κάλυψη.
    • β Η οποιαδήποτε συμφωνία τροποποίησης της ασφαλιστικής κάλυψης ή των όρων της ασφάλισης.
    • γ Η προσθήκη και άλλου μέλους της οικογένειας σε ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο.
    • δ Η αύξηση των ασφαλισμένων ποσών.

    Γιατί

    Πρόσθετη πράξη είναι κάθε συμφωνία που τροποποιεί την κάλυψη ή τους όρους της ασφάλισης. Η αύξηση κεφαλαίου και η προσθήκη μέλους είναι παραδείγματα, όχι ο ορισμός.

  20. 220

    Ερώτηση 220 της επίσημης τράπεζας

    Όταν εκδίδεται Πρόσθετη Πράξη, τότε:

    • α Αυτή αποτελεί τμήμα του κύριου ασφαλιστηρίου.
    • β Αυτή ακυρώνει την ισχύ του κύριου ασφαλιστηρίου.
    • γ Αυτή δεν αποτελεί συνέχεια του κύριου ασφαλιστηρίου και είναι ανεξάρτητη.
    • δ Αφορά την ανανέωση του κύριου ασφαλιστηρίου.

    Γιατί

    Η πρόσθετη πράξη αποτελεί τμήμα του κύριου ασφαλιστηρίου και δεν το ακυρώνει. Διαβάζονται μαζί, και όπου υπάρχει διαφορά υπερισχύει η μεταγενέστερη συμφωνία.

  21. 221

    Ερώτηση 221 της επίσημης τράπεζας

    Τα ασφαλιστικά βάρη είναι:

    • α Οι υποχρεώσεις της ασφαλιστικής επιχείρησης απέναντι στον ασφαλισμένο.
    • β Οι υποχρεώσεις του ασφαλισμένου και του λήπτη της ασφάλισης απέναντι στην ασφαλιστική επιχείρηση.
    • γ Η καταβολή του ασφαλίσματος στον δικαιούχο από την ασφαλιστική επιχείρηση.
    • δ Τα γενικά έξοδα μιας ασφαλιστικής επιχείρησης.

    Γιατί

    Ασφαλιστικά βάρη είναι οι υποχρεώσεις του λήπτη και του ασφαλισμένου προς την εταιρεία: περιγραφή του κινδύνου, δήλωση επίτασης, αναγγελία ζημιάς, μέτρα περιορισμού. Η παράβασή τους έχει συνέπειες στην κάλυψη.

  22. 222

    Ερώτηση 222 της επίσημης τράπεζας

    Αν από δόλο γίνει κακή περιγραφή κινδύνου εκ μέρους του λήπτη της ασφάλισης, ο ασφαλιστής τι δικαίωμα έχει;

    • α Να καταγγείλει τη σύμβαση εντός μηνός και, αν στο μεταξύ επέλθει κίνδυνος, απαλλάσσεται της υποχρέωσης να αποζημιώσει.
    • β Να ζητήσει την κατάλληλη τροποποίηση της σύμβασης αλλά, αν στο μεταξύ επέλθει κίνδυνος, υποχρεούται να αποζημιώσει.
    • γ Να ζητήσει την κατάλληλη τροποποίηση της σύμβασης και, αν στο μεταξύ επέλθει κίνδυνος, απαλλάσσεται της υποχρέωσης να αποζημιώσει.
    • δ Να καταγγείλει τη σύμβαση εντός μηνός αλλά, αν στο μεταξύ επέλθει κίνδυνος, υποχρεούται να αποζημιώσει.

    Γιατί

    Στον δόλο ο ασφαλιστής καταγγέλλει μέσα σε έναν μήνα και απαλλάσσεται από την υποχρέωση αποζημίωσης αν ο κίνδυνος επέλθει στο μεταξύ. Ο δόλος αντιμετωπίζεται αυστηρότερα από την αμέλεια, όπου υπάρχει και ο δρόμος της τροποποίησης.

  23. 223

    Ερώτηση 223 της επίσημης τράπεζας

    Κατά τη διάρκεια της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης πρέπει να δηλώσει κάθε στοιχείο ή περιστατικό που μπορεί να επιφέρει επίταση του κινδύνου, από τη στιγμή που έλαβε γνώση γι' αυτό, εντός…

    • α 10 ημερών.
    • β 30 ημερών.
    • γ 8 ημερών.
    • δ 14 ημερών.

    Γιατί

    Η επίταση του κινδύνου δηλώνεται μέσα σε δεκατέσσερις ημέρες από τότε που έγινε γνωστή. Η προθεσμία είναι σύντομη γιατί ο ασφαλιστής πρέπει να μπορεί να αποφασίσει αν κρατά τον κίνδυνο και με ποιο ασφάλιστρο.

  24. 224

    Ερώτηση 224 της επίσημης τράπεζας

    Αν ο λήπτης της ασφάλισης από αμέλεια δεν κάνει περιγραφή του κινδύνου σύμφωνα με τον νόμο, αλλά ο κίνδυνος τελικά δεν επέλθει, πώς επηρεάζονται τα δικαιώματα του ασφαλιστή που προβλέπει ο νόμος;

    • α Ο ασφαλιστής χάνει τα δικαιώματά του διότι δεν χρειάστηκε να αποζημιώσει τον λήπτη της ασφάλισης και θέλει να συνεχίσει να εισπράττει το ασφάλιστρο.
    • β Ο ασφαλιστής διατηρεί τα ίδια δικαιώματα, διότι "τιμωρείται" η παράβαση της υποχρέωσης περιγραφής του κινδύνου χωρίς να εξετάζεται η σχέση της παράβασης με την τυχόν επέλευση του κινδύνου.
    • γ Ο ασφαλιστής χάνει τα δικαιώματά του διότι σε αυτήν την περίπτωση δεν μπορεί να αποδείξει δόλο του λήπτη της ασφάλισης.
    • δ Ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα είτε να καταγγείλει τη σύμβαση είτε να ζητήσει την κατάλληλη τροποποίησή της μέσα σε 14 μέρες από τότε που έμαθε για τα περιστατικά που λείπουν από την περιγραφή.

    Γιατί

    Τα δικαιώματα του ασφαλιστή κρίνονται από την παράβαση του βάρους και όχι από το αν επήλθε ο κίνδυνος. Η υποχρέωση περιγραφής υπάρχει για να τιμολογηθεί σωστά ο κίνδυνος, και η παράβασή της μετράει ανεξάρτητα.

  25. 225

    Ερώτηση 225 της επίσημης τράπεζας

    Τι θεωρείται ως σύμφωνη με το νόμο περιγραφή του κινδύνου όταν ο ασφαλιστής θέτει γραπτές ερωτήσεις στον λήπτη της ασφάλισης πριν από τη σύναψη της σύμβασης;

    • α Να δηλώσει ο λήπτης της ασφάλισης στον ασφαλιστή κάθε περιστατικό ή στοιχείο αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου.
    • β Να απαντήσει ο λήπτης της ασφάλισης στον ασφαλιστή σε όσα περιλαμβάνονται στο ερωτηματολόγιο του ασφαλιστή.
    • γ Να δηλώσει ο λήπτης της ασφάλισης στον ασφαλιστή κάθε περιστατικό ή στοιχείο αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου και να απαντήσει ο λήπτης της ασφάλισης στον ασφαλιστή σε όσα περιλαμβάνονται στο ερωτηματολόγιο του ασφαλιστή.
    • δ Ο νόμος δεν προέβλεψε αυτήν την περίπτωση.

    Γιατί

    Όταν υπάρχει ερωτηματολόγιο, αρκεί ο λήπτης να απαντήσει σε όσα ερωτώνται. Ο ασφαλιστής επέλεξε τι θεωρεί ουσιώδες, και δεν μπορεί μετά να καταλογίσει σιωπή για κάτι που δεν ρώτησε.

  26. 226

    Ερώτηση 226 της επίσημης τράπεζας

    Τι θεωρείται ως σύμφωνη με το νόμο περιγραφή του κινδύνου όταν ο ασφαλιστής ΔΕΝ θέτει γραπτές ερωτήσεις στον λήπτη της ασφάλισης πριν από τη σύναψη της σύμβασης;

    • α Ο νόμος δεν προέβλεψε αυτήν την περίπτωση.
    • β Να απαντήσει ο λήπτης της ασφάλισης στον ασφαλιστή μόνο σε όσα περιλαμβάνονται στο ερωτηματολόγιο του ασφαλιστή.
    • γ Να δηλώσει ο λήπτης της ασφάλισης στον ασφαλιστή κάθε περιστατικό ή στοιχείο αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου και να απαντήσει στον ασφαλιστή μόνο σε όσα περιλαμβάνονται στο ερωτηματολόγιο του ασφαλιστή.
    • δ Να δηλώσει ο λήπτης της ασφάλισης στον ασφαλιστή κάθε περιστατικό ή στοιχείο αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου.

    Γιατί

    Χωρίς ερωτηματολόγιο, ο λήπτης δηλώνει κάθε στοιχείο αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου. Το μέτρο είναι αντικειμενικό: τι θα θεωρούσε ουσιώδες ένας συνετός ασφαλιστής.

  27. 227

    Ερώτηση 227 της επίσημης τράπεζας

    Στις ατομικές ασφαλίσεις ζωής διάρκειας άνω των έξι (6) μηνών, ο αντισυμβαλλόμενος διαθέτει προθεσμία υπαναχώρησης….

    • α 30 ημερών από τη στιγμή που πληροφορήθηκε τη σύναψη της σύμβασης.
    • β 10 ημερών από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου.
    • γ 10 ημερών από τη στιγμή που πληροφορήθηκε τη σύναψη της σύμβασης.
    • δ 30 ημερών από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου.

    Γιατί

    Στις ατομικές ασφαλίσεις ζωής άνω των έξι μηνών η υπαναχώρηση ασκείται μέσα σε τριάντα ημέρες από τότε που ο αντισυμβαλλόμενος πληροφορήθηκε τη σύναψη. Η αφετηρία είναι η γνώση της σύναψης, όχι η παραλαβή του εγγράφου.

  28. 228

    Ερώτηση 228 της επίσημης τράπεζας

    Ποια η τύχη του προκαταβληθέντος ασφαλίστρου σε περίπτωση υπαναχώρησης από τη σύμβαση ατομικής ασφάλισης ζωής;

    • α Η ασφαλιστική επιχείρηση δικαιούται να παρακρατήσει ένα μηνιαίο ασφάλιστρο για την κυρία ασφάλιση και το 1/12 του ετησίου ασφαλίστρου για τις συμπληρωματικές καλύψεις.
    • β Η ασφαλιστική επιχείρηση δύναται να παρακρατήσει το 1/12 του μηνιαίου ασφαλίστρου για την κυρία ασφάλιση και ολόκληρο το ετήσιο ασφάλιστρο για τις συμπληρωματικές καλύψεις.
    • γ Η ασφαλιστική επιχείρηση δύναται να παρακρατήσει το σύνολο του προκαταβληθέντος ασφαλίστρου.
    • δ Το σύνολο του προκαταβληθέντος ασφαλίστρου επιστρέφεται στον αντισυμβαλλόμενο στο ακέραιο.

    Γιατί

    Στην υπαναχώρηση η εταιρεία παρακρατεί ένα μηνιαίο ασφάλιστρο για την κύρια ασφάλιση και το ένα δωδέκατο του ετησίου για τις συμπληρωματικές καλύψεις. Τα υπόλοιπα επιστρέφονται.

  29. 229

    Ερώτηση 229 της επίσημης τράπεζας

    Ποια συνέπεια έχει η κοινοποίηση της υπαναχώρησης των αντισυμβαλλόμενων από ατομική ασφάλιση ζωής;

    • α Καμία συνέπεια.
    • β Ότι εφεξής απαλλάσσονται από όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτήν τη σύμβαση.
    • γ Ότι δικαιούνται να ζητήσουν από την ασφαλιστική επιχείρηση να τους καταβάλει την αποζημίωση για την κύρια κάλυψη.
    • δ Ότι δεν μπορούν να συνάψουν στο μέλλον άλλη σύμβαση ασφάλισης με την ίδια ασφαλιστική επιχείρηση.

    Γιατί

    Με την υπαναχώρηση ο αντισυμβαλλόμενος απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση της σύμβασης, και η σύμβαση παύει να παράγει αποτελέσματα. Δεν γεννά αξίωση αποζημίωσης και δεν εμποδίζει μελλοντική ασφάλιση.

  30. 230

    Ερώτηση 230 της επίσημης τράπεζας

    Εκχώρηση απαιτήσεων από ασφαλιστική σύμβαση μπορεί να γίνει:

    • α Όταν ο λήπτης της ασφάλισης μεταβιβάζει σε τρίτο βέβαιη αξίωση που απορρέει από το ασφαλιστήριο συμβόλαιο.
    • β Στο θάνατο του συμβαλλομένου.
    • γ Όταν μεταβιβάζεται το ασφαλιζόμενο αντικείμενο σε άλλο πρόσωπο πλην του δικαιούχου.
    • δ Όταν ο συμβαλλόμενος δεν μπορεί να καταβάλει πλέον τα ασφάλιστρα του συμβολαίου.

    Γιατί

    Εκχώρηση είναι η μεταβίβαση σε τρίτο μιας βέβαιης αξίωσης από το ασφαλιστήριο. Δεν είναι ούτε αδυναμία πληρωμής ασφαλίστρων ούτε αυτόματη συνέπεια θανάτου ή πώλησης του αντικειμένου.

  31. 231

    Ερώτηση 231 της επίσημης τράπεζας

    Σχετικά με την εκχώρηση της ασφαλιστικής απαίτησης, ποιο από τα παρακάτω είναι σωστό;

    • α Η ασφαλιστική απαίτηση μπορεί να εκχωρηθεί από τον λήπτη της ασφάλισης σε τρίτο πρόσωπο μόνο πριν από την πραγματοποίηση του ασφαλιζόμενου κινδύνου.
    • β Η ασφαλιστική απαίτηση μπορεί να εκχωρηθεί από τον λήπτη της ασφάλισης σε τρίτο πρόσωπο μόνο μετά την πραγματοποίηση του ασφαλιζόμενου κινδύνου.
    • γ Η ασφαλιστική απαίτηση μπορεί να εκχωρηθεί από τον λήπτη της ασφάλισης σε τρίτο πρόσωπο είτε πριν είτε μετά την πραγματοποίηση του ασφαλιζόμενου κινδύνου.
    • δ Η ασφαλιστική απαίτηση μπορεί να εκχωρηθεί από τον λήπτη της ασφάλισης σε τρίτο πρόσωπο μόνο κατά τη διάρκεια της πραγματοποίησης του ασφαλιζόμενου κινδύνου.

    Γιατί

    Η ασφαλιστική απαίτηση εκχωρείται πριν ή μετά την επέλευση του κινδύνου. Στην πρώτη περίπτωση είναι μελλοντική απαίτηση, στη δεύτερη γεγενημένη, και ο νόμος δεν διακρίνει.

  32. 232

    Ερώτηση 232 της επίσημης τράπεζας

    Σχετικά με την εκχώρηση της ασφαλιστικής απαίτησης, ποιο από τα παρακάτω ΔΕΝ είναι σωστό;

    • α Για να γίνει εκχώρηση της ασφαλιστικής απαίτησης δεν χρειάζεται σύμβαση μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα.
    • β Για να είναι ισχυρή η εκχώρηση απαιτείται αναγγελία στον ασφαλιστή.
    • γ Η ασφαλιστική απαίτηση μπορεί να εκχωρηθεί από τον λήπτη της ασφάλισης σε τρίτο πρόσωπο, είτε πριν είτε μετά την πραγματοποίηση του ασφαλιζόμενου κινδύνου.
    • δ Μετά την εκχώρηση, ο λήπτης της ασφάλισης δεν έχει δικαίωμα στην ασφαλιστική απαίτηση. Το δικαίωμα αυτό ανήκει εξ ολοκλήρου στον εκδοχέα.

    Γιατί

    Η εκχώρηση θέλει σύμβαση εκχωρητή και εκδοχέα, και αναγγελία στον ασφαλιστή για να ισχύει έναντί του. Η πρόταση που λέει ότι δεν χρειάζεται σύμβαση είναι η λανθασμένη.

  33. 233

    Ερώτηση 233 της επίσημης τράπεζας

    Τι πρέπει να κάνει ο λήπτης της ασφάλισης αμέσως μόλις επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση;

    • α Να δείξει ψυχραιμία.
    • β Να ενημερώσει αμέσως την ασφαλιστική του επιχείρηση.
    • γ Να σπεύσει να αποκαταστήσει μόνος του τη ζημία του.
    • δ Δεν έχει καμία ιδιαίτερη υποχρέωση, αρκεί να έχει πληρώσει το ασφάλιστρο.

    Γιατί

    Με την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, η πρώτη υποχρέωση είναι η ενημέρωση της εταιρείας. Η αυτόβουλη αποκατάσταση της ζημιάς πριν από την εκτίμηση μπορεί να στερήσει από τον ασφαλιστή τη δυνατότητα να δει τι έγινε.

  34. 234

    Ερώτηση 234 της επίσημης τράπεζας

    Πώς λέγεται η ενημέρωση του λήπτη της ασφάλισης προς την ασφαλιστική του επιχείρηση ότι επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση;

    • α Αίτηση αποζημίωσης.
    • β Καταγγελία σύμβασης.
    • γ Δήλωση ενημέρωσης.
    • δ Αναγγελία ζημίας.

    Γιατί

    Η ενημέρωση για την επέλευση του κινδύνου λέγεται αναγγελία ζημιάς. Είναι ασφαλιστικό βάρος του λήπτη και του ασφαλισμένου, με δική της προθεσμία.

  35. 235

    Ερώτηση 235 της επίσημης τράπεζας

    Η αναγγελία της επέλευσης του κινδύνου πρέπει να γίνεται:

    • α Εντός 14 ημερών.
    • β Εντός 30 ημερών.
    • γ Εντός 8 ημερών.
    • δ Εντός 7 ημερών.

    Γιατί

    Η αναγγελία γίνεται μέσα σε οκτώ ημέρες από τότε που έγινε γνωστή η επέλευση. Η προθεσμία είναι σύντομη γιατί η έγκαιρη εκτίμηση της ζημιάς είναι στο συμφέρον και των δύο μερών.

  36. 236

    Ερώτηση 236 της επίσημης τράπεζας

    Ποια δικαιώματα αποκτά έναντι του λήπτη της ασφάλισης η ασφαλιστική επιχείρηση αν καθυστερήσει η αναγγελία του λήπτη της ασφάλισης πέραν της νόμιμης προθεσμίας;

    • α Να τροποποιήσει μονομερώς τις καλύψεις του ασφαλιστηρίου.
    • β Καταγγελίας της σύμβασης ασφάλισης.
    • γ Αποζημίωσης από τον λήπτη της ασφάλισης.
    • δ Κανένα δικαίωμα.

    Γιατί

    Η καθυστερημένη αναγγελία δεν ακυρώνει την κάλυψη: γεννά αξίωση αποζημίωσης του ασφαλιστή για τη ζημιά που του προκάλεσε η καθυστέρηση. Η κύρωση είναι ανάλογη της βλάβης, όχι απώλεια του δικαιώματος.

  37. 237

    Ερώτηση 237 της επίσημης τράπεζας

    Τι είναι η απαλλαγή;

    • α Η απαλλαγή της ασφαλιστικής επιχείρησης από την υποχρέωση καταβολής της αποζημίωσης.
    • β Η συμμετοχή του ασφαλισμένου στην αποζημίωση σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.
    • γ Η απαλλαγή του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή από την υποχρέωση απόδοσης του ασφαλίστρου στην ασφαλιστική επιχείρηση.
    • δ Η απαλλαγή του ασφαλισμένου από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίστρου.

    Γιατί

    Απαλλαγή είναι η συμμετοχή του ασφαλισμένου στη ζημιά, όπως την ορίζει το ασφαλιστήριο. Υπάρχει για να μένουν εκτός οι μικροζημιές και για να κρατά ο ασφαλισμένος μέρος του κινδύνου, άρα και της προσοχής.

  38. 238

    Ερώτηση 238 της επίσημης τράπεζας

    Στην ασφάλιση ζωής, ποια είναι τα δικαιώματα του ασφαλιστή αν ο λήπτης της ασφάλισης καθυστερήσει την καταβολή δόσης ασφαλίστρου πέρα από τον χρόνο που ορίζεται στην ασφαλιστική σύμβαση;

    • α Να αρνηθεί την καταβολή αποζημίωσης.
    • β Να ακυρώσει αυτόματα τη σύμβαση ασφάλισης.
    • γ Να καταγγείλει τη σύμβαση με γραπτή δήλωση προς το λήπτη της ασφάλισης σύμφωνα με την οποία, αν δεν καταβληθεί το ασφάλιστρο, η σύμβαση θα πάψει να ισχύει σε δεκαέξι μέρες από την κοινοποίηση της δήλωσης.
    • δ Να καταγγείλει τη σύμβαση με γραπτή δήλωση προς τον λήπτη της ασφάλισης σύμφωνα με την οποία, αν δεν καταβληθεί το ασφάλιστρο, η σύμβαση θα πάψει να ισχύει σε ένα μήνα από την κοινοποίηση της δήλωσης.

    Γιατί

    Στην ασφάλιση ζωής η καταγγελία για ανεξόφλητη δόση γίνεται γραπτά και ισχύει έναν μήνα μετά την κοινοποίηση. Δεν υπάρχει αυτόματη ακύρωση ούτε άρνηση αποζημίωσης χωρίς αυτή τη διαδικασία.

  39. 239

    Ερώτηση 239 της επίσημης τράπεζας

    Πότε λήγει τυπικά ένα συμβόλαιο πυρός;

    • α Δεν λήγει, είναι ισόβιο.
    • β Όταν το ακυρώσει ο ασφαλιστικός διαμεσολαβητής.
    • γ Όταν ο λήπτης ασκήσει το δικαίωμα εξαγοράς
    • δ Όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συμφωνήθηκε.

    Γιατί

    Η ασφάλιση πυρός λήγει όταν περάσει ο συμφωνημένος χρόνος της. Το δικαίωμα εξαγοράς ανήκει στις ασφαλίσεις ζωής, και ο διαμεσολαβητής δεν ακυρώνει συμβόλαια.

  40. 240

    Ερώτηση 240 της επίσημης τράπεζας

    Ποια από τις παρακάτω περιπτώσεις ΔΕΝ έχει ως αποτέλεσμα τη λήξη ενός ασφαλιστηρίου;

    • α Να λήξει ο κίνδυνος.
    • β Να πάψει να υπάρχει το ασφαλιστικό συμφέρον.
    • γ Η καταγγελία.
    • δ Η καταβολή της αποζημίωσης.

    Γιατί

    Η καταβολή της αποζημίωσης δεν λύνει τη σύμβαση: το ασφαλιστήριο συνεχίζει, συνήθως με μειωμένο ασφαλιστικό ποσό. Η καταγγελία, η έλλειψη συμφέροντος και η παύση του κινδύνου την τερματίζουν.

  41. 241

    Ερώτηση 241 της επίσημης τράπεζας

    Σε περίπτωση καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης:

    • α Ενημερώνεται τηλεφωνικά ο πελάτης.
    • β Εκδίδεται νέα πρόταση ασφάλισης.
    • γ Ενημερώνεται προφορικά ο πελάτης.
    • δ Εκδίδεται πρόσθετη πράξη ακύρωσης.

    Γιατί

    Η καταγγελία αποτυπώνεται σε πρόσθετη πράξη ακύρωσης. Το γραπτό είναι ο κανόνας: τηλεφωνική ή προφορική ενημέρωση δεν αποδεικνύει πότε έληξε η κάλυψη και γιατί.

  42. 242

    Ερώτηση 242 της επίσημης τράπεζας

    Ποιος από τους παρακάτω ΔΕΝ αποτελεί λόγο καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης;

    • α Η μη δήλωση ουσιωδών στοιχείων για την εκτίμηση του κινδύνου.
    • β Η καθυστέρηση καταβολής ληξιπρόθεσμης δόσης ασφαλίστρων.
    • γ Η μη δήλωση στοιχείων επίτασης του κινδύνου κατά τη διάρκεια της ασφάλισης.
    • δ Η υποβολή αιτίασης κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης ή κατά του ασφαλιστικού διαμεσολαβητή.

    Γιατί

    Η υποβολή αιτίασης δεν είναι λόγος καταγγελίας, και μια καταγγελία ως αντίποινο για παράπονο θα ήταν από μόνη της παράπτωμα. Οι άλλες τρεις είναι κλασικοί λόγοι.

  43. 243

    Ερώτηση 243 της επίσημης τράπεζας

    Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις Α, Β και Γ έχουν συνάψει καθεμία ξεχωριστή ασφάλιση για τον κίνδυνο πυρκαγιάς του πολυτελούς ξενοδοχείου OPQ RESORT και κάθε σύμβαση προβλέπει ασφαλιστικό ποσό 1.000.000 €. Το OPQ RESORT καίγεται ολοσχερώς και η ζημία ανέρχεται στα 2.000.000 €. Τι θα εισπράξει η ιδιοκτησία του OPQ RESORT συνολικά (χωρίς να εξετάζουμε από ποια ασφαλιστική επιχείρηση);

    • α 3.000.000 €, δηλαδή το άθροισμα των ασφαλιστικών ποσών.
    • β Τίποτα, γιατί η ιδιοκτησία της OPQ RESORT εξαπάτησε τους ασφαλιστές αποκρύπτοντάς τους τις άλλες ασφαλίσεις.
    • γ 2.000.000 €, δηλαδή ακριβώς τη ζημία που υπέστη.
    • δ Θα αποφασίσουν τα δικαστήρια.

    Γιατί

    Η ασφάλιση αποκαθιστά τη ζημιά και δεν αποφέρει κέρδος. Με πολλαπλή ασφάλιση τριών εκατομμυρίων και ζημιά δύο, ο ιδιοκτήτης εισπράττει δύο εκατομμύρια συνολικά, κατανεμημένα μεταξύ των ασφαλιστών.

  44. 244

    Ερώτηση 244 της επίσημης τράπεζας

    Στη περίπτωση ασφαλιστικής σύμβασης Αστικής Ευθύνης με βάση ασφάλισης το ζημιογόνο γεγονός/περιστατικό (Occurrence Based Policy), το συμβόλαιο ενεργοποιείται όταν:

    • α Το ζημιογόνο περιστατικό έχει λάβει χώρα κατά τη διάρκεια ισχύος της ασφάλισης ανεξάρτητα από το πότε εγείρεται η αξίωση.
    • β Η γεωγραφική περιοχή τέλεσης του ζημιογόνου συμβάντος είναι η Ευρώπη.
    • γ Η αξίωση εγείρεται κατά τη διάρκεια ισχύος της ασφάλισης.
    • δ Η αξίωση εγείρεται ανεξάρτητα του πότε συνέβη το περιστατικό επί τη βάσει του οποίου γεννήθηκε η αξίωση.

    Γιατί

    Στη βάση occurrence κρίνει το πότε συνέβη το ζημιογόνο περιστατικό, ανεξάρτητα από το πότε εγείρεται η αξίωση. Στη βάση claims made ισχύει το αντίστροφο.

  45. 245

    Ερώτηση 245 της επίσημης τράπεζας

    Ο ασφαλισμένος Α έχει ασφαλίσει το σπίτι του με ασφάλιση πυρός διάρκειας από 01.06.2021 μέχρι 31.12.2021. Στις 30.09.2021 η άδεια της ασφαλιστικής επιχείρησης ανακαλείται οριστικά. Ποιες είναι οι συνέπειες ως προς την ισχύ της σύμβασής του;

    • α Τριάντα μέρες μετά την ανάκληση λύεται, χωρίς καμία ενέργεια δική του ή της υπό εκκαθάριση ασφαλιστικής επιχείρησης.
    • β Τριάντα μέρες μετά την ανάκληση λύεται, αλλά μόνο μετά από καταγγελία του επόπτη εκκαθάρισης.
    • γ Εξακολουθεί να ισχύει μέχρι 31.12.2021, εκτός αν ο επόπτης εκκαθάρισης την καταγγείλει νωρίτερα.
    • δ Λύθηκε ταυτόχρονα με την ανάκληση της άδειας της ασφαλιστικής επιχείρησης.

    Γιατί

    Η ανάκληση της άδειας λύνει τις ασφαλιστικές συμβάσεις τριάντα ημέρες μετά, αυτοδικαίως. Δεν χρειάζεται ενέργεια του ασφαλισμένου ούτε καταγγελία από τον επόπτη.

  46. 246

    Ερώτηση 246 της επίσημης τράπεζας

    Ο ασφαλισμένος Α έχει ασφαλίσει το σπίτι του με ασφάλιση πυρός διάρκειας από 01.06.2021 μέχρι 31.12.2021. Στις 30.09.2021 η άδεια της ασφαλιστικής επιχείρησης ανακαλείται οριστικά. Εν τω μεταξύ στις 15.08.2021 επήλθε ο ασφαλιζόμενος κίνδυνος. Πώς θα αποζημιωθεί ο Α;

    • α Θα αποζημιωθεί από την ασφαλιστική εκκαθάριση, με προνομιακή κατάταξη μεταξύ των μη ασφαλισμένων προσώπων που επίσης διεκδικούν αποζημίωση από την ασφαλιστική.
    • β Θα αποζημιωθεί από την ασφαλιστική εκκαθάριση, με τυχαία κατάταξη μεταξύ των μη ασφαλισμένων προσώπων που επίσης διεκδικούν αποζημίωση από την ασφαλιστική.
    • γ Αν δεν πρόλαβε να αποζημιωθεί μέχρι την ανάκληση της άδειας, χάνει τα δικαιώματά του.
    • δ Θα τον αποζημιώσει το Επικουρικό Κεφάλαιο.

    Γιατί

    Η ζημιά επήλθε όσο η ασφάλιση ίσχυε, οπότε ο ασφαλισμένος είναι δικαιούχος ασφαλίσματος και κατατάσσεται προνομιακά στην ασφαλιστική εκκαθάριση. Το Επικουρικό Κεφάλαιο αφορά την υποχρεωτική ασφάλιση αυτοκινήτου.

  47. 247

    Ερώτηση 247 της επίσημης τράπεζας

    Ο ασφαλισμένος Α έχει ασφαλίσει το σπίτι του με ασφάλιση πυρός διάρκειας από 01.06.2021 μέχρι 31.12.2021. Στις 30.09.2021 η άδεια της ασφαλιστικής επιχείρησης ανακαλείται οριστικά. Ποια είναι η τύχη του ασφαλίστρου που έχει πληρώσει για το διάστημα μέχρι 31.12.2021;

    • α Θα του επιστραφεί από την ασφαλιστική εκκαθάριση, με προνομιακή κατάταξη μεταξύ των μη ασφαλισμένων προσώπων που επίσης διεκδικούν αποζημίωση από την ασφαλιστική.
    • β Θα τον αποζημιώσει το Επικουρικό Κεφάλαιο.
    • γ Λόγω της ανάκλησης της άδειας, χάνει το ασφάλιστρο που κατέβαλε.
    • δ Θα του επιστραφεί από την ασφαλιστική εκκαθάριση με τυχαία κατάταξη.

    Γιατί

    Το ασφάλιστρο που αναλογεί στον χρόνο μετά τη λύση επιστρέφεται, αλλά ως κοινή απαίτηση με τυχαία κατάταξη. Το προνόμιο στην εκκαθάριση το έχει η αποζημίωση, όχι η επιστροφή ασφαλίστρου.

  48. 248

    Ερώτηση 248 της επίσημης τράπεζας

    Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις Α, Β και Γ αποφασίζουν και συμφωνούν να ασφαλίσουν τον κίνδυνο πυρκαγιάς του πολυτελούς ξενοδοχείου OPQ RESORT για ποσό 1.000.000 €. Η συμφωνία αναφέρει ότι η Α δεσμεύεται για το 40% και οι Β και Γ καθεμία για το 30% της αποζημίωσης. Πώς ονομάζεται η συμφωνία των Α, Β και Γ;

    • α Συνασφάλιση.
    • β Διαδοχική ασφάλιση.
    • γ Πολλαπλή ασφάλιση.
    • δ Υπασφάλιση.

    Γιατί

    Όταν περισσότερες εταιρείες καλύπτουν τον ίδιο κίνδυνο με μία συμφωνία και ποσοστά ευθύνης, υπάρχει συνασφάλιση. Η πολλαπλή ασφάλιση είναι χωριστές συμβάσεις για τον ίδιο κίνδυνο, χωρίς μεταξύ τους συμφωνία.

  49. 249

    Ερώτηση 249 της επίσημης τράπεζας

    Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις Α, Β και Γ έχουν συνάψει καθεμία ταυτόχρονα χωριστή ασφάλιση για τον κίνδυνο πυρκαγιάς του πολυτελούς ξενοδοχείου OPQ RESORT και κάθε σύμβαση αναφέρει την αξία του ξενοδοχείου με το ποσό του 1.000.000 €. Πώς ονομάζεται η ασφάλιση αυτή;

    • α Υπασφάλιση.
    • β Διαδοχική ασφάλιση.
    • γ Πολλαπλή ασφάλιση.
    • δ Συνασφάλιση.

    Γιατί

    Τρεις χωριστές συμβάσεις για τον ίδιο κίνδυνο, χωρίς μεταξύ τους συμφωνία, είναι πολλαπλή ασφάλιση. Η συνασφάλιση προϋποθέτει κοινή συμφωνία και ποσοστά ευθύνης.

  50. 250

    Ερώτηση 250 της επίσημης τράπεζας

    Κάτοχος ασφαλιστηρίου συμβολαίου ζωής καταθέτει στην ασφαλιστική του επιχείρηση αίτηση εξαγοράς του συμβολαίου του. Σε πόσο χρονικό διάστημα οφείλει η ασφαλιστική επιχείρηση να καταβάλλει το ποσό των αξιών εξαγοράς και το τυχόν προϊόν υπεραπόδοσης του μαθηματικού αποθέματος στον δικαιούχο;

    • α Εντός τριάντα (30) ημερών.
    • β Σε εύλογο χρονικό διάστημα χωρίς υπαίτια καθυστέρηση.
    • γ Αμέσως.
    • δ Εντός δέκα (10) ημερών.

    Γιατί

    Η αξία εξαγοράς και το τυχόν προϊόν υπεραπόδοσης καταβάλλονται μέσα σε τριάντα ημέρες από την αίτηση. Η προθεσμία είναι ρητή και δεν αφήνεται στην κρίση της εταιρείας.